Echo, Sociàl

Πadre

IMG_0827 (Copy)Είναι μερικοί παππούδες που κατεβαίνουν στις παραλίες μόνοι τους. Οικογένειες, παρέες δίπλα χαμός, κι αυτοί με το καρεκλάκι τους αράζουν με τις ώρες. Δεν θα ΄χεις δει να διαβάζει κανείς κανένα βιβλίο να περνά η ώρα, απλά θα κάθονται. Ούτε θα κοιτάζουν τους άλλους και πολύ. Έτσι κι αλλιώς, όλες οι φάτσες που συναντάς στον δρόμο κι εσύ, συνηθισμένες μοιάζουν με τον καιρό, τί να κοιτάζει; Τους κοιτάζεις εσύ όμως πού και πού, και ξέρεις πως έχουν στημένο τ’ αφτί, ν’ ακούσουν την παρέα δίπλα που μιλά την μία για ποδόσφαιρο και την άλλη για μια Κατερίνα που πήγε ταξίδι στο Λονδίνο καλοκαιριάτικα.

Παραδίπλα, εκεί ακριβώς που τελειώνει η θάλασσα κι αρχίζουν οι πέτρες, είναι ένα παιδάκι που κάνει ότι μιλάει σε κάποιον. Με στόμφο όμως, όχι καθημερινά. Οι γονείς πιο πέρα σημασία δεν έδιναν. Και ο μικρός φώναζε μόνος του ‘πρέπει να πάρουμε πίσω το μενταγιόν! Αλλιώς, όλα θα τελειώσουν, τ΄ακούς;!’

Όλοι το έκαναν αυτό πιτσιρικάδες: Έφτιαχναν πέντε – έξι πρόσωπα στον νου τους, διάλεγαν για τον εαυτό τους τον καλύτερο ήρωα της ιστορίας και έπαιζαν ένα σενάριο που φαντάζονταν. Πάντα με τίγρεις, πολικές αρκούδες και κάνα-δυο τανκς με στρατιώτες. Κι έναν κακό. Μπορεί και κάνα δράκο που σ’ ακολουθεί πιστά για όσο θα το παίζεις νίντζα ή ράμπο στην παραλία. Ωραία πράγματα· τότε περνούσες καλά. Τώρα περνάς απλά εύκολα.

Κι ο παππούς – τον έβλεπες πιο πάνω, στο καρεκλάκι του ήρεμος – κι αυτός τον πιτσιρικά κοίταζε. Κι εκεί που έχεις αρχίσει να ιδρώνεις απ’ τον Ήλιο, εκεί που λες να πας να βουτήξεις να γλιτώσεις, σκέφτεσαι ότι ο παππούς είναι μάλλον ευτυχισμένος ή τουλάχιστον ευχαριστημένος μ’ όλα αυτά.

Αρχίζεις να κολυμπάς ευθεία προς τα μέσα· κάθε τρεις εναλλάξ απλωτές και κεφάλι έξω για ανάσα μαζί με μια παύση στις – ίσως – βαθιές σκέψεις, μέχρι να ξανανοίξεις τα μάτια προς τον βυθό. Γιατί κοιτάζοντας προς τα ‘κει είναι κάπως πιο σωστό να κάνεις τις – ίσως – βαθιές σκέψεις. Ο παππούς θα έχει καταλήξει, λες: Τα πράγματα δεν είναι καθόλου διαφορετικά απ’ αυτά ακριβώς που βλέπεις ότι είναι, γιατί ούτως ή άλλως μέχρι εκεί μπορούν να είναι, έτσι όπως είναι οι άνθρωποι στην ουσία τους σήμερα. Και εκεί ακριβώς είναι που νιώθεις ότι κουράζεσαι να κολυμπάς και σταματάς να ρίξεις μια ματιά προς τα πίσω, μη τυχόν και πήγες είκοσι-τριάντα χιλιόμετρα κατά λάθος και δε μπορέσεις να γυρίσεις.

Μέχρι να βγεις προς τα έξω, έχει αρχίσει να πέφτει ο ήλιος. Οι οικογένειες ετοιμάζονται να φύγουν γρήγορα προς Αθήνα, λες και τα βράδια βγαίνουν σμέρνες στην ακτή και τρώνε τα παιδιά τους. Δεν ξέρεις και πως την λεν’ την παραλία, αλλά έχει ένα καράβι πιο κάτω, μισοβυθισμένο και έτσι αποφασίστηκε να την λες παραλία ‘το Ναυάγιο’.

Καμιά ώρα αργότερα, θα ‘χεις ξεμείνει εσύ, κάνα δυο παρέες πιο πέρα να μαζεύουν τα σκουπίδια τους θέλοντας να δείχνουν ευσυνείδητοι πολίτες, κι ο παππούς· θα κάνει διατάσεις πάνω απ’ το καρεκλάκι λίγο πριν φύγει κι αυτός μαζί με τους τελευταίους. Οι ήρεμες κινήσεις του σε κάνουν να θες να φύγεις πρώτος. Να του κάνεις και το χατήρι, που ερχόμενος εδώ, είχε σκεφτεί από εγωϊσμό πως θα θέλει να είναι ο τελευταίος που θα φύγει. Και κάπου στη διαδρομή προς το αμάξι, στο πεντηκοστό όγδοο σκαλοπάτι για επάνω, αυτό που βγάζει στον δρόμο όπου έχεις μάλιστα παρκάρει και στραβά, κατανοείς πως στο τέλος όλα φαίνονται  να ΄χουν μια παράξενη αρμονία μέσα στο μπέρδεμά τους.

Advertisements
Standard
Echo, Sociàl

Αριζόνα

arizona16 (1)

Τον τελευταίο καιρό, από άχτι, κάθε μέρα που ξυπνάω πάω στη κουζίνα και της ανοιγοκλείνω το μεσαίο μάτι για να νομίζω ότι κάτι μες το σπίτι μου την πέφτει. Μετά για όσην ώρα ψήνεται το νερό στο μικρό μάτι κάτω αριστερά, κοιτάζω βαθιά μες το μεγάλο που σιγοσβήνει δίπλα, μήπως και δω ζωγραφισμένο στις κεραμικές εστίες κάνα γράμμα της Αλφαβήτου για να το θεωρήσω σημάδι, οιωνό για την συνέχεια. Δεν πιάνει, αλλά κάπως έτσι μόνο φτιάχνοντ’ οι καλοί καφέδες.

Είχα ένα φίλο – ανάποδο πλάσμα – έκανε ευχές που λες κι έριχνε αστέρια στα κεφάλια όσων αντιπαθούσα. Τί ευχές έκανε ποτέ δε τον ρώτησα, ας τις κάνει κανείς κι ας μη τις μάθεις ποτέ… Βέβαια, όταν το βράδυ δεν είχαμ’ αστέρια να μετρήσουμε, αντί γι’ αυτά, καταλήγαμε πάντα να μετράμε τις καύτρες που πετούσαμε στο βρώμικο πάτωμα του σπιτιού. Μετά λέγαμε παπαριές και αναλύαμε ατάκες που μας είπαν κάποια κορίτσια που ξέραμε παλιά κι οι δυο, ίσα ίσα για ν’ αποδείξουμε ότι θυμόμαστε κι ότι είμαστε συναρτήσεις συνεχείς.

«Καθόλου δεν άλλαξε η Σ.» ήταν το πρώτο πράγμα που του ‘πα όταν γύρισα κάτω. Μετά μου ΄λεγε για τη Μαίρη, τη Μαιρούλα, λέει, που του καλάρεσε και που την έπεισε να βρεθούν τ’ απόγευμα προτού φύγουμε. «Μαλάκα», λέει, «είχε αργήσει κάνα μισάωρο, με συναντάει κάποια στιγμή – ξέρεις πόσο νευρικιά είναι – και μου λέει …”με το ζόρι ξύπνησα να έρθω!”. Ούτε συγνώμες και μαλακίες που τη περίμενα, ούτε τίποτα, έτσι! Της έδωσα το βιβλίο κι ούτε ευχαριστώ δε μου ‘πε. Στ’ αρχίδια της. Έφυγε. Μ’ αρέσει ρε μαλάκα, ούτε ψευτοκουβέντες, ούτε χαζομάρες…». Εγώ κάπνιζα το πρώτο τσιγαριλίκι της χρονιάς και του ‘κανα ανάλυση του Arizona Dream, μήπως και φέρω την ταινία στα νερά μας κι αποδείξω πώς όποιον δρόμο και να πάρει κανείς, ποτέ δε θα μπορέσει να φωνάξει πως τον βρήκε μόνος του.

Είχε κάτσει ο Ντεπ σ’ ένα τραπέζι με την Ντάναγουε’ι’ και μιλούσαν, μιλούσαν, ώσπου σηκώθηκε το τραπέζι ολόκληρο, με τις καρέκλες και μ’ αυτούς επάνω, κι άρχισε να γυρίζει ομαλά στον αέρα. Να χορεύει, καλύτερα… Ο Ντεπ καθόταν σαν παιδί δημοτικού και τη κοίταζε να του μιλά για την Παπούα που ‘θελε να πάει μ’ έν’ αυτοσχέδιο αεροπλάνο. Κι αυτός της το υποσχέθηκε πως θα της το φτιάξει από τα παλιοσίδερα που θα ‘βρισκε στην αποθήκη. Τώρα… Τώρα κάθεσαι στο τραπέζι, και σου μιλά γι’ ανησυχίες, για ξεχασμένα λεφτά, για το μέλλον σου τ’ αβέβαιο και γι’ άλλες αηδίες, ώσπου να λιώσει το τραπέζι που με το ζόρι στηρίζεσαι. Που να σηκωθεί να γυρίζει με λιωμένα πόδια; Κολλημένο στα πλαϊνά πεζοδρόμια μιας Μαυρομιχάλη, μιας Ηρακλειδών ή το πολύ πολύ μιας Νταλιάνη θα ‘ναι, κλειδωμένο κι απ’ τον μαγαζάτορα μη τυχόν και ‘ρθουν άφραγκοι φοιτητές το βράδυ και του το σουφρώσουν. Πώς θα πετάξουμε τώρα κύριε; Μας μιλάνε που μας μιλάνε γι’ αηδίες, μας κλειδώνεις και τα τραπέζια στο χώμα και κοιτάζουμε μέσα απ’ τους κρίκους στις αλυσίδες τους αρμούς στα πεζοδρόμια που μας χωρίζουν απ’ την κάθε Παπούα.

Την επόμενη μέρα αγόρασα ψάρι από έναν τύπο που πέτυχα όπως κοιμόμουν στη παραλία. Τόσους μήνες τώρα, την είχα καταβρεί, πήγαινα κάθε μέρα στο Σταυρό και μ’ έπαιρνε ο ύπνος ως το μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα, εκεί που έσκαγαν στη στεριά οι βατραχάνθρωποι και ψαροτουφεκάδες του νησιού. Είχα πάρει τα τηλέφωνά μου να μου πουν τί να το κάνω, βούτηξα κι ένα φθηνό κρασί απ’ το σούπερ μάρκετ κι ετοίμαζα τ’ αλεύρι για το ψήσιμο στο σπίτι. Πρώτη φορά θα μαγείρευα ψάρι, ιδέα δεν είχα από τέτοια. Εκεί που τσιτσίριζε ο λάδι, κάπου μέσα στο ουρλιαχτό θυμήθηκα πάλι το Arizona Dream: Ούτε χελώνες έχω να ελευθερώσω σαν την Τάηλερ, ούτε Κάντιλακ μπορώ να πουλήσω, ούτ’ αεροπλάνα να φτιάξω για κάποιον άλλο εκτός από μένα, ούτε καν έναν ρόλο να μου κάτσει να γίνω σαν τον Αλ Πατσίνο στα σινεμά. Μόνο το ψάρι μας έμεινε, αλευρωμένο και λίγο πριν τη βουτιά στο καμένο λάδι… Το ‘ριξα λοιπόν στον νεροχύτη που ‘ταν γεμάτος με νερό και του ‘κανα ότι είχα μάθει απ’ τις ταινίες για το CPR ώσπου να ζωντανέψει. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, άρχισα να του τραγουδάω την μελωδία της ταινιας μπας και σταματήσει να σπαρταράει κι αρχίσει να πετάει από πάνω μας. Ο άλλος έκανε ακόμα δυο ευχές κι έριξε ένα αστέρι στον ψαροτουφεκά που μου το πούλησε κι άλλο ένα σ’ όλους όσους σταμάτησα να σκέφτομαι. Σηκώθηκε που λες το ψάρι, τίναξε τ’ αλεύρια από πάνω του, άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας, και πέταξε για Παπούα. Το κοιτάζαμε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα, κι όταν ήταν πια αδύνατο να το κοιτάζουμε να κολυμπά στο βάθος τ’ ουρανού, γυρίσαμε κι ανοιγοκλείναμε ταυτόχρονα τα μάτια της κουζίνας.

Standard
Echo, Sociàl

Νήμα

IMG_9554

Στην «Αγιά Σωτήρα» μεγαλώναμε δυο πόντους κάθε Σαββατοκύριακο. Δυο ψευτομεροκάματα, ίσα ίσα για να λεμε πως γίναμ’ άντρες πια. Δώδεκα χρονώ, «βοηθοι σερβιτόρου». Τίτλος για τα προσχήματα και για να δικαιολογηθεί το παγωτό που μας χάριζαν μετά, όχι ότι τ’ αξίζαμε, πέντε ψωμιά πηγαίναμε σε δυο τραπέζια, και που και που φωνάζαμε κι ένα «έφτασε!» για να τους κάνουμε να γελάνε με μας τα πιτσιρίκια. Αυτοί εκεί οι οικογενειάρχες μικρομέγαλοι που πάλευαν να βγάλουν το κρέας  που σφίνωνε στα δόντια τους με τις οδοντογλυφίδες, γέλαγαν που λες με μας. «Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» και τέτοιες μαλακίες. Μας έλεγαν «αντράκια» και «τρελαμένα», πιστεύοντας ότι δε μυρίζαμε τη ψευτιά τους. Που να ξεραν ότι τους δουλεύαμε κι αυτούς και τα παιδιά τους;

Ο Κυρ’ Γιάννης, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ταβέρνα ήταν κάπου πάνω απ’ τη Μάντρα, προς Θήβα, στην παλιά Εθνική, έθρεφε τότε δυο οικογένειες. Όχι ότι ήταν και δύσκολα ή ότι μιλάμε για φτώχειες και τέτοια, αλλά το μισό σόι πέρασε κάτω απ’ τις παραμάνες και τα σερβίτσια τις Αγιάς Σωτήρας, προτού να γίνουν μπάτσοι, μεγαλοδημοσιογράφοι ή αναρχόμουτρα. Δεν υπάρχει ξάδερφος για ξάδερφος που να μην πήρε μυρωδιές ενηλικίωσης εκεί πάνω. Εγώ τον πρώτο σκύλο μου εκεί τονε φορτώθηκα. Εκεί βρήκα και τα πρώτα ψευτοχαρτζιλίκια, εκεί κάπνισα και ξερόχορτα πίσω απ’ τη παιδική χαρά. Αν ο κυρ’ Γιάννης ήταν στην υποδοχή των πελατών που λες, εγώ θα ‘μουν στην υποδοχή των παιδιών τους. Ήξερα και τα κατατόπια, ήξερα που ‘χει κούφια ξερόχορτα να κάνουμε ότι καπνίζουμε σα τσογλάνια, ήξερα ποια χόρτα τρώγονται και πια τα κατουράνε σκύλοι, ήξερα και τον Φώτη στη Ψησταριά να μας χαρίζει και κρέας απ’ το παραθυράκι που κοίταζε στην παιδική χαρά της ταβέρνας. Ήμουν κι εγώ «του μαγαζιού».

Σ΄όλο τον κόσμο χρώσταγε ο Κυρ’ Γιάννης, κλεφτρόνι και λαμόγιο εποχής, αλλά εγώ τον θυμάμαι σπαγκοραμμένο και αγαπησιάρη ταυτόχρονα. Παππούς. Ή μήπως παππούς φαινότανε πίσω απ’ τους λογαριασμούς και τα κομπιουτεράκια;

Στο τροχόσπιτό του, περνούσαμ’ ώρες κι ώρες με τα παιδιά των πελατών. Το ‘δειχνα σ’ έναν-έναν ξεχωριστά κι έπειτα τα παράταγα να το χαζοκοιτάζουν μέχρι να φέρω και το σκύλο για φαϊ. Για τη μόστρα, «έχω σκύλο κι εσείς δεν έχετε», κάπως έτσι. Πέρασαν μήνες για να τον δω σα τον σκύλο που έγινε μετά. Ο Eddy… μεγάλη ιστορία κι αυτός.

Σε μια φωτιά, κάπου εκεί στα μέρη, κάηκε η Αγιά Σωτήρα, το μαγαζί, το τροχόσπιτο, όλα. Όποια νταλίκα σταματούσε πιο πριν στον Φώτη για κρέας, πλέον σταμάταγε στη Μάντρα και στα τότε νέα φαστφουντάδικα. Πάν’ οι ταβέρνες του 80’ κι οι φωνές των σερβιτόρων με τα λευκά πουκάμισα. Πλέον κοτσάρουνε καρτελάκια με ονόματα και χαμηλόφωνα «τι θα πάρετε παρακαλώ;» με το ψέμα να χρεώνεται έξτρα στην απόδειξη.

Ο Κυρ’ Γιάννης, έμαθα έκανε φυλακή. Χρέη, εφορία, κάτι τέτοιο. Κάποτε τα ‘σκαγε σε δέκα ανθρώπους στη δουλειά, και τώρα μέσα για χρέη. Ποιος, ο Κυρ’ Γιάννης, που ‘χε λεφτά γι’ ανακαινίσεις, για τεχνητά συντριβανάκια στη ταβέρνα και γι’ αλλαγές στα χρώματα απ’ τις καρφωμένες λάμπες–μανιτάρια που είχαν όλες οι ταβέρνες του 80′ στο γκαζόν. Μπορεί και να ‘ναι δυο χρόνια μέσα. Μπορεί και παραπάνω. Εδώ απ’ το σόι, κανείς δε πάει να τον δει. Ρώτησα εκεί δυο γνωστούς αν ξέρουν τι απέγινε αλλά κανένα νέο. Τώρα θα μου πεις γιατί με νοιάζει εμένα ο Κυρ’ Γιάννης…

Από μικρά μας μάθαιναν ότι το φυσικό κι επόμενο της Ακμής είναι η Παρακμή. Τόσα βιβλία φάγαμε μ’ ιστορικά παραδείγματα, ποιος έπεσε, πάνω σε ποιον έπεσε, ποιος του ‘πεσε, ποιος ανέβηκε και ποιος κατέβηκε. Αυτοί που θαυμάζαμε, σήμερα είναι στις φυλακές κι αυτοί που βγαίνουν, γίνοντ’ αύριο αυτοί οι Άλλοι που κυνηγάμε να τους μοιάσουμε μή τυχόν και δε διπλασιάσουμε τις σκατόφατσες.

Ακμές και παρακμές όμως είναι κύκλοι στην ουσία. Όλα κύκλοι δεν έγιναν; Έτσι κι αλλιώς, απ’ ένα σημείο κι έπειτα, ακονίζεις τα ίδια όπλα μ’ αυτά που σ’ έσπρωξαν να φτιάξεις μια πορεία, έτσι, για να χαϊδεύεις την Αρχή απ’ όπου στόχευσες το Τέλος σου. Όχι ότι δε το πέτυχες κι εσύ, μπορεί να το πέτυχες και δυο και τρεις φορές… Ίσως κι αμέτρητες, ώσπου η ίδια σου η στροφορμή σου ζάλισε και σου μαγάρισε τους κύκλους.

Standard
Echo, Sociàl

Βήχας

Είναι Οκτώβρης πια, η μέρα μίκρυνε, μα κανείς δεν ομολογεί πως μεγάλωσε κι η νύχτα. Οι περισσότεροι σταμάτησαν σιγά-σιγά να κοιμούνται τα μεσημέρια. Άρχισαν να μαγειρεύουν, να νοικιάζουν ξανά τις ίδιες ταινίες που κάποτε κατάφεραν να τους θυμίσουν αυτό που φρόντισαν να ξεχάσουν νωρίς. Άρχισαν να συνηθίζουν την απάντηση Καλά στο φευγαλέο Τι κάνεις• έμαθαν να μη το πνίγουν, να το κάνουν να μοιάζει μ’ αλήθεια που καταπίνεται εύκολα.

Η πόλη σου μαθαίνει να σκας. Να θες να σκίσεις τα μάτια και τα ρούχα σου και ν’ απαντάς για πάντα πως είσαι …μια χαρά. Να θες να πεις ..μου λείπεις.. και αντ’ αυτού να μαστορεύεις αηδίες μη τυχόν και το δείξεις. Να θες να καβαλήσεις έν’ άλλο σώμα σαν ζώο, να δαγκώσεις έναν σβέρκο, να φιλήσεις πρώτα το χέρι και μετά τα χείλη μπροστά σου, ύστερα να τα δαγκώσεις λίγο κι αυτά προτού συνεχίσεις γλυκά, κι αντ’ αυτού να κρατιέσαι. Να κρύβεις τη καύλα σου στα τζην παντελόνια, στα σταυροπόδια και σ’ άσχημες ξενέρωτες σκέψεις, σαν voice over σε τσόντα.  Σου μαθαίνουν, η πόλη, οι άλλοι, οι φίλοι, τ’ αδέρφια, πως αν τύχει κι ανοίξεις τα μέσα σου κι αφήσεις να χυθούν στα πόδια τους οι σκέψεις σου, θα γίνουν βάλτος να τους πνίξει κι αυτούς και τα χρέη τους και τ’ αστεία τους. Οπότε σκάς. Σκας, και φεύγεις.

Ανακαλύπτεις κάπου πως θεωρείς τους περισσότερους χαζούς, βλαμμένους, ζώα. Και καταλήγεις να μιλάς κι εσύ σα ζώο, σαν βλαμμένος, σαν χαζός, μόνο και μόνο για να ‘χεις παρέα ζώα, βλαμμένους και χαζούς. Θα λες ακατάπαυστα αηδίες προς σχολιασμό, θα συναναστρέφεσαι και θα πίνεις τις ίδιες αηδίες, αλλά …μαζί. Τουλάχιστον, μαζί. Τα στην υγειά μας, κάνουν την αηδία υποφερτή κάπου στο τέλος. Την κάνουν να γλιστρά στον λαιμό σου, να μη σκίζει όσο έσκιζε τα τοιχώματα του οισοφάγου σου όσο τις καταπίνεις αμάσητες.

Θ’ αναρωτιέσαι αν είναι η μαζική κατάθλιψη που τονίζει τόσο την παρουσία αυτής της κοσμικής στασιμότητας ή αν ειν’ ο κομφορμισμός, αυτή η καταραμένη τάση του ανθρώπου να συμβιβάζεται μ’ ότι έχει, μ’ ότι του ΄φτυσαν στη μούρη για σημάδια να χαϊδεύει. Γιατί ‘ν’ τα μόνα που ‘χει τώρα. Και κάπου εκεί θα σκάσει μια γκλοπιά απ’ το πουθενά στον ώμο σου στην βρώμικη Σταδίου, ενόσω τρέχεις μέσα στην κάπνα που τσακίζει περισσότερο τον νου σου παρά τα ήδη γαμημένα πνευμόνια σου.

Αυτοί εδώ οι ναοί προστατεύονται απ’ ασπίδες οπλοφόρων που σκύβουν να δουν πόσο αργά πεθαίνεις, ποιες κινήσεις διαλέγεις να κάνεις ενόσω εκπνέεις για τελευταία φορά στους δρόμους που περπατούν ταυτόχρονα τα λιγοστά ψευτοερωτευμένα ζευγάρια και τα χιλιάδες βρώμικα μέτωπα. Οι ίδιοι αυτοί ναοί είναι χτισμένοι μ’ εκατοντάδες άχρηστες σφαίρες χωμένες σ’ όπλα κλειδωμένα σε ζώνες, χτισμένοι μ’ άσπρα κράνη και μαύρες άστοχες μπογιές, χτισμένοι μ’ όλες τις χαρτούρες που σου πετάν’ κάτ’ απ’ την πόρτα ενόσω κοιμάσαι. Υπόσχομαι πως αν μια μέρα ξεχάσω ποιος είμαι, θα ψάξω στους απλήρωτους λογαριασμούς να δω τ’ όνομά μου, τον αριθμό που μου αντιστοιχεί, την διεύθυνσή και την κάθε μου υποχρέωση.

Standard
Echo, Sociàl

Εντροπία

Έχεις φτάσει στο σημείο να πασχίζεις να κρατήσεις τις εικόνες σου, μη τυχόν και ξεφτύσουν κι αυτές και εγκλωβιστείς στ’ ατελείωτο σήμερα χωρίς μιαν ιστορία, χωρίς κάτι να κοιτάζεις πίσω. Μπροστά και τώρα… δεν φαίνεται να ‘χουν και κάποιο νόημα. Το κάθε “φέτος” ξεκινά κάπου την πρώτη Κυριακή του χειμώνα, τότε που κλείνεις τα καλοκαίρια σε φωτογραφίες παρατημένες στο βάθος ενός συρταριού, δίπλα σ’ απλήρωτους λογαριασμούς, σκόνες και ξεχασμένα φιλτράκια. Το κάθε φέτος, σε σπρώχνει ολοένα και περισσότερο στο να αποδεχθείς την σπειροειδή σου πορεία, τον κύκλο, το τέλμα. To δέκα χρόνια, τίποτα. 

Θ’ αρχίσεις να ξεκινάς για τα ραντεβού σου 1-2 ώρες πιο πριν μόνο και μόνο για να περιμένεις κάπου έξω χωρίς λόγο. Έξω απ’ το σπίτι κι ας είναι και στη Λεωφόρο Καβάλας, κοντά στις πουτάνες και τους λεχρίτες του Μεταξοργείου. Γιατί… πού αλλού να πας και να κάνεις τί; Θ’ αρχίσεις να ψάχνεις με μανία μουσικές να σου πειράξουν λίγο τ’ αφτιά μιας και δε στα πειράζει και κάνας άλλος, θα καθαρίζεις το σπίτι σου, θα οργανώνεις τ’ ανοργάνωτα, θα φεύγεις τα σαββατοκύριακα αν τυχαίνει να ‘χεις μαζεμένο και κάνα φράγκο, να πιεις τσιγάρα κάπου μακριά να φας τις ώρες σου προτού σ’ τις φαν’ οι σκέψεις σου.

– Τι κάνεις εσύ, θα σε ρωτήσουν στο μαγαζί που πας τις Κυριακές να βρεις να παίξεις κάνα σκάκι.

– Ανταπεξέρχομαι…, θ’ απαντήσεις κάνοντας να πιεις τον καφέ σου, μη τυχόν και σε ρωτήσουν τίποτ’ άλλο κι ανοίξει κάνας χείμαρρος.

Στο τέρμα του λιμανιού του Πειραιά, εκεί κοντά στον φάρο, έχει πάντα 3-4 ανθρώπους, οι περισσότεροι – χωρίς παρέα – κάθονται στα σίδερα που δένουν τους κάβους τους τα καράβια που ξέμειναν στη πόλη. Δεν έχει πουθενά διπλή θέση εκεί, όλοι, μαζί, μόνοι. Έχει μόνο ήχους από σκουριασμένα καταστρώματα, μια – δυο φωνές πεινασμένων γλάρων και μαρσαρίσματα μηχανών μερικών Δελτάδων που περνούν ίσα – ίσα για να καπνίσεις το τσιγάρο σου στη ζούλα.

Πιο πέρα, πίσω από δυο παρατημένες καρότσες φορτηγών, στα σκοτάδια κοντά στον φάρο, είναι παρκαρισμένο ένα ταξί. Μέσα πηδιούνται. Που και που, περνά κι ένα φιατάκι με δυο κοπέλες, η μία μαθαίνει στην άλλη να οδηγεί. Πέρα – δώθε με πρώτη, με τ’ αμάξι να μουγκρίζει για βοήθεια. Όταν απομακρύνεται κι αυτό κι ο ήχος της κουρασμένης μηχανής του, ακούς τα βογκητά απ’ το ταξί να συγχρονίζονται με τις αναρτήσεις του. Ο κόσμος προχωρά σκέφτεσαι, κάπου στην τέταρτη – πέμπτη τζούρα. Λίγο πριν το σβήσεις, υπολογίζεις ποια εκδρομή μπορεί να σε κάνει λίγο να ξεχαστείς. Έγιναν κι οι εκδρομές φάρμακα, φευγιό για το φευγιό. Ας είναι καλά που σου βγάζουν τις δυο επόμενες βδομάδες μες τα σκατά της πόλης, στις συζητήσεις για κώλους, για Μέρκελ, για έρωτες κι αστεία.

Μετρώντας καράβια, θα δεις πως φεύγουν πάντα περισσότερα απ’ όσα μπαίνουν στο λιμάνι. Όσο επιτρέπει η απόσταση, παρατηρείς τις φάτσες εκείνων που σαλπάρουν Φθινοπωριάτικα. Αυτούς που κάθονται στα καταστρώματα και κοιτάζουν τον Πειραιά να χάνεται, ή κι εσένα τον ίδιο καθισμένο στον φάρο με μια μπύρα στο χέρι. Να σε καταπίνει κι εσένα ο Πειραιάς πίσω τους, χωμένο στα τσιμέντα, στα σπασμένα πεζοδρόμια, τ’ ακριβοπληρωμένα ήθη και τα ξεχασμένα χρέη. Κρεμάνε τα χέρια στα κάγκελα και κοιτάζουν το νερό που σκίζει η πλώρη, λες κι εκεί σχηματίζονται όλοι οι λόγοι που τους έκαναν να φύγουν. Σκέφτεσαι τους φίλους σου, ένας στη Πολωνία, άλλος στην Ολλανδία, άλλος στον ΟΑΕΔ. Έρχετ’ αύριο κι η Χρύσα για δυο μέρες προτού φύγει κι αυτή για έξω. Άλλη μια χαιρετούρα, άλλες τόσες ευχές να δώσεις. Κανείς δε φεύγει για δουλειά πάντως, όλοι γιατί βαριούνται φεύγουν. Για να βρουν ένα μέρος να ξαναβαρεθούν απ’ την αρχή. Για ένα Σαββατοκύριακο που θα κρατήσει 2-3 χρόνια, ώσπου να βρεθούν στο λιμάνι του Νέλντβεϊκ, ή σε κάποιο προάστιο του Λοτζ ή της Ουτρέχτης.

Την άλλη μέρα, πέφτει το μάτι σου σ’ αυτό. Όλη η ουσία των ημερών σου, των χρόνων που πέρασαν, των δέκα χρόνων τίποτα, σε πλήρη ταύτιση μ’ έναν άγνωστο.

– Καλά ρε, κατάθλιψη έχεις;

– Γιατί, όλοι δεν έχουμε;

Standard