Echo, Sociàl

Αριζόνα

arizona16 (1)

Τον τελευταίο καιρό, από άχτι, κάθε μέρα που ξυπνάω πάω στη κουζίνα και της ανοιγοκλείνω το μεσαίο μάτι για να νομίζω ότι κάτι μες το σπίτι μου την πέφτει. Μετά για όσην ώρα ψήνεται το νερό στο μικρό μάτι κάτω αριστερά, κοιτάζω βαθιά μες το μεγάλο που σιγοσβήνει δίπλα, μήπως και δω ζωγραφισμένο στις κεραμικές εστίες κάνα γράμμα της Αλφαβήτου για να το θεωρήσω σημάδι, οιωνό για την συνέχεια. Δεν πιάνει, αλλά κάπως έτσι μόνο φτιάχνοντ’ οι καλοί καφέδες.

Είχα ένα φίλο – ανάποδο πλάσμα – έκανε ευχές που λες κι έριχνε αστέρια στα κεφάλια όσων αντιπαθούσα. Τί ευχές έκανε ποτέ δε τον ρώτησα, ας τις κάνει κανείς κι ας μη τις μάθεις ποτέ… Βέβαια, όταν το βράδυ δεν είχαμ’ αστέρια να μετρήσουμε, αντί γι’ αυτά, καταλήγαμε πάντα να μετράμε τις καύτρες που πετούσαμε στο βρώμικο πάτωμα του σπιτιού. Μετά λέγαμε παπαριές και αναλύαμε ατάκες που μας είπαν κάποια κορίτσια που ξέραμε παλιά κι οι δυο, ίσα ίσα για ν’ αποδείξουμε ότι θυμόμαστε κι ότι είμαστε συναρτήσεις συνεχείς.

«Καθόλου δεν άλλαξε η Σ.» ήταν το πρώτο πράγμα που του ‘πα όταν γύρισα κάτω. Μετά μου ΄λεγε για τη Μαίρη, τη Μαιρούλα, λέει, που του καλάρεσε και που την έπεισε να βρεθούν τ’ απόγευμα προτού φύγουμε. «Μαλάκα», λέει, «είχε αργήσει κάνα μισάωρο, με συναντάει κάποια στιγμή – ξέρεις πόσο νευρικιά είναι – και μου λέει …”με το ζόρι ξύπνησα να έρθω!”. Ούτε συγνώμες και μαλακίες που τη περίμενα, ούτε τίποτα, έτσι! Της έδωσα το βιβλίο κι ούτε ευχαριστώ δε μου ‘πε. Στ’ αρχίδια της. Έφυγε. Μ’ αρέσει ρε μαλάκα, ούτε ψευτοκουβέντες, ούτε χαζομάρες…». Εγώ κάπνιζα το πρώτο τσιγαριλίκι της χρονιάς και του ‘κανα ανάλυση του Arizona Dream, μήπως και φέρω την ταινία στα νερά μας κι αποδείξω πώς όποιον δρόμο και να πάρει κανείς, ποτέ δε θα μπορέσει να φωνάξει πως τον βρήκε μόνος του.

Είχε κάτσει ο Ντεπ σ’ ένα τραπέζι με την Ντάναγουε’ι’ και μιλούσαν, μιλούσαν, ώσπου σηκώθηκε το τραπέζι ολόκληρο, με τις καρέκλες και μ’ αυτούς επάνω, κι άρχισε να γυρίζει ομαλά στον αέρα. Να χορεύει, καλύτερα… Ο Ντεπ καθόταν σαν παιδί δημοτικού και τη κοίταζε να του μιλά για την Παπούα που ‘θελε να πάει μ’ έν’ αυτοσχέδιο αεροπλάνο. Κι αυτός της το υποσχέθηκε πως θα της το φτιάξει από τα παλιοσίδερα που θα ‘βρισκε στην αποθήκη. Τώρα… Τώρα κάθεσαι στο τραπέζι, και σου μιλά γι’ ανησυχίες, για ξεχασμένα λεφτά, για το μέλλον σου τ’ αβέβαιο και γι’ άλλες αηδίες, ώσπου να λιώσει το τραπέζι που με το ζόρι στηρίζεσαι. Που να σηκωθεί να γυρίζει με λιωμένα πόδια; Κολλημένο στα πλαϊνά πεζοδρόμια μιας Μαυρομιχάλη, μιας Ηρακλειδών ή το πολύ πολύ μιας Νταλιάνη θα ‘ναι, κλειδωμένο κι απ’ τον μαγαζάτορα μη τυχόν και ‘ρθουν άφραγκοι φοιτητές το βράδυ και του το σουφρώσουν. Πώς θα πετάξουμε τώρα κύριε; Μας μιλάνε που μας μιλάνε γι’ αηδίες, μας κλειδώνεις και τα τραπέζια στο χώμα και κοιτάζουμε μέσα απ’ τους κρίκους στις αλυσίδες τους αρμούς στα πεζοδρόμια που μας χωρίζουν απ’ την κάθε Παπούα.

Την επόμενη μέρα αγόρασα ψάρι από έναν τύπο που πέτυχα όπως κοιμόμουν στη παραλία. Τόσους μήνες τώρα, την είχα καταβρεί, πήγαινα κάθε μέρα στο Σταυρό και μ’ έπαιρνε ο ύπνος ως το μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα, εκεί που έσκαγαν στη στεριά οι βατραχάνθρωποι και ψαροτουφεκάδες του νησιού. Είχα πάρει τα τηλέφωνά μου να μου πουν τί να το κάνω, βούτηξα κι ένα φθηνό κρασί απ’ το σούπερ μάρκετ κι ετοίμαζα τ’ αλεύρι για το ψήσιμο στο σπίτι. Πρώτη φορά θα μαγείρευα ψάρι, ιδέα δεν είχα από τέτοια. Εκεί που τσιτσίριζε ο λάδι, κάπου μέσα στο ουρλιαχτό θυμήθηκα πάλι το Arizona Dream: Ούτε χελώνες έχω να ελευθερώσω σαν την Τάηλερ, ούτε Κάντιλακ μπορώ να πουλήσω, ούτ’ αεροπλάνα να φτιάξω για κάποιον άλλο εκτός από μένα, ούτε καν έναν ρόλο να μου κάτσει να γίνω σαν τον Αλ Πατσίνο στα σινεμά. Μόνο το ψάρι μας έμεινε, αλευρωμένο και λίγο πριν τη βουτιά στο καμένο λάδι… Το ‘ριξα λοιπόν στον νεροχύτη που ‘ταν γεμάτος με νερό και του ‘κανα ότι είχα μάθει απ’ τις ταινίες για το CPR ώσπου να ζωντανέψει. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, άρχισα να του τραγουδάω την μελωδία της ταινιας μπας και σταματήσει να σπαρταράει κι αρχίσει να πετάει από πάνω μας. Ο άλλος έκανε ακόμα δυο ευχές κι έριξε ένα αστέρι στον ψαροτουφεκά που μου το πούλησε κι άλλο ένα σ’ όλους όσους σταμάτησα να σκέφτομαι. Σηκώθηκε που λες το ψάρι, τίναξε τ’ αλεύρια από πάνω του, άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας, και πέταξε για Παπούα. Το κοιτάζαμε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα, κι όταν ήταν πια αδύνατο να το κοιτάζουμε να κολυμπά στο βάθος τ’ ουρανού, γυρίσαμε κι ανοιγοκλείναμε ταυτόχρονα τα μάτια της κουζίνας.

Advertisements
Standard

3 thoughts on “Αριζόνα

  1. a passer by says:

    καλος φαινεται ο σταυρος,,ανοιχτος στο πελαγο…γιατι αμα δεν το πιανει το κυμα δεν νανουριζομαι…αντε κανε τα τρυπια ψαρια να πεταξουν να ρθω να αραξω

Σχόλια

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s