Echo

Ηχώ

IMG_9824 [1024x768]

«Ο σκύλος μου όταν βλέπει ψοφίμι στον δρόμο, πέφτει και κυλιέται δίπλα του. Τρίβεται με μανία στο χώμα, κάτω απ’ τις μύγες που τρώνε σάπια μυαλά και ξεραμένο αίμα. Τις προάλλες, στον Σταυρό, βρήκε ένα ψόφιο πρόβατο, είχε μια τομή στη κοιλιά απ’ όπου έβλεπες  τα πλευρά του να εξέχουν… Λύκοι; Στη Κρήτη; Και μάλιστα στις ξέρες του Σταυρού; Αποκλείεται. Ή σκυλιά; Αλλά τί; Σκυλιά να ξεκοιλιάζουν πρόβατα; Δεν έχουμε φτάσει εκεί ακόμα, έτσι; Άνθρωποι αποκλείεται, εδώ έχει μόνο φλώρους Αμερικάνους που δουλεύουν στη Βάση και κάτι ξεχασμένες κυρίες από Ολλανδίες και Νορβηγίες που μαζεύουν τις γάτες της περιοχής για να φροντίζουν κάτι που δεν έκαναν παιδιά… Δε σκοτώνουν αυτοί… ή σκοτώνουν;».

«Της φώναζα να την κάνω ν’ απομακρυνθεί απ’ το ψοφίμι, αλλά αυτή εκεί, να τρίβεται και να κλαίει δίπλα στο πρόβατο. Πού να πλησιάσω; Άσε που και να την έφτανα δε νομίζω να την έπιανα έτσι πώς βρωμούσε κι αυτή. Μπορεί να ‘ταν και χίλιες μύγες από πάνω της. Δεν θυμάμαι να ‘χω δει ποτέ τόσα ζώα μαζεμένα. Εκτός απ’ την Πανεπιστημίου. Μύγες μες το καταχείμωνο. Είναι αλκυονίδες μέρες βέβαια, μπορεί το πουλί στο οποίο μεταμορφώθηκε η Αλκυόνη να ‘ταν τελικά η μύγα, κι αυτά πουλιά είναι, έτσι…; Ή πουλιά λέμε ότι πετάει κι είναι όμορφο μόνο;»

«Αν έβλεπα εγώ ένα άσχετο ανθρώπινο πτώμα στον δρόμο δηλαδή τί; Έπρεπε να ξαπλώσω δίπλα του, να αρχίσω να κλαίω και να κυλιέμαι στο χώμα και τα βρώμικα υγρά του; Φαντάσου ρε… Κι αν περνούσε κανείς εκείνη την ώρα δηλαδή; Ρεζίλι. Δε γίνοντ’ αυτά. Της φώναζα που λες αλλά τίποτα, είχε μπει σε κατάσταση έκστασης, κάτι στον αέρα, στην μυρωδιά αυτή του θανάτου της το ‘κανε. Φαινόταν λες κι ήθελε να καλύψει με τη μυρωδιά της γούνας της την σάπια μπόχα του νεκρού προβάτου. Ή το αντίθετο, να καμουφλαριστεί μ’ αυτήν… Ποιος ξέρει θα μου πεις»

«Πριν καμιά βδομάδα, είχε κάνει το ίδιο μ’ ένα μέρος ενός χταποδιού στα βράχια του Σταυρού. Εκεί είπα, εντάξει, η ψαρίλα την ενοχλεί προφανώς. Το ίδιο κι όταν είδε το τρυπημένο ψάρι στην άμμο πιο κάτω. Έπρεπε να βρεθεί και το νεκρό πρόβατο για να συμπληρωθεί όλη η θεωρία. Το αστείο είναι ότι όλα αυτά γίνονται στο Σταυρό: μια στρογγυλή παραλία, με το μισό της μέρος φαγωμένο απ’ το κύμα, σαν έρημος, ένα μικρό παραθαλάσσιο Γραντ Κάνυον ξέρω ‘γω. Κάπως έτσι… Λες να ‘ρχεται κανείς ντόπιος βαρεμένος να τα σκοτώνει; Μπα, υπερβολές. Αν δω τρίτο πτώμα όμως; Ίσως να πρέπει να μ’ ανησυχήσει. Δε ξέρω, μάλλον δε μ’ αρέσουν τα πτώματα. Δεν βαριέσαι; Ούτε κι ο σκύλος ξέρει πώς να τ’ αντιμετωπίσει. Εδώ εγώ τα έβγαζα φωτογραφίες».

«Μετράω τα πτώματα που ‘χω δει στη ζωή μου. Τ’ ανθρώπινα είναι δυο. Τρία, τρία! Θυμάμαι που δυο χρόνια μετά τον θάνατο του παππού μου, ρώτησα τη γιαγιά τι κάνει ο παππούς. Είχα ξεχάσει. Γίνεται αυτό; Ε, γίνεται. Των ζώων πάλι τα πτώματα βγαίνουν αμέτρητα. Θυμάμαι εκείνη την ιστορική μάχη της μέλισσας με πέντε έξι μυρμήγκια. Δεν ξέρω ποιος προκάλεσε ποιον, ήρθα εφόσον είχαν αρχίσει ήδη να πλακώνονται. Η μέλισσα είχε μισοφαγωμένα φτερά, και δυο μυρμήγκια σε μανία πάνω της. Τ’ άλλα επιτίθονταν από χαμηλά, κυρίως στη κοιλιά και τα πόδια της. Όλοι στον πλανήτη έχουν κάτι να χωρίσουν φαίνεται. Εντάξει, το σκέφτηκα: Μήπως να τα διώξω και να την πάρω να την ακουμπήσω σε κάνα φράχτη πιο πέρα; Αλλά μπα, λέω. Ποιος είμαι εγώ να διακόψω τον καυγά…»

«Κοίτα καυγάς. Να πετάγεται το πρώτο μυρμήγκι για τη φέρμα και να φωνάζει ‘κρατάτε με μαλάκες, θα τη σκοτώσω τη πουτάνα!’. Και τ’ άλλα να λένε ‘ήρεμα ρε μαλάκα, ηρέμησε ρε! Γάμα την τη καριόλα, άσ’ την!’. Σίγουρα κάπως έτσι θα ξεκίνησε. Στα μυρμηγκίστικα. Γιατί τα σκέφτομαι αυτά; Φαινόταν όντως υπεροπτική για μέλισσα. Δεν ξέρω βέβαια γιατί, αλλά για κάποιο λόγο συμπαθούσα τη μεγάλη, όχι τα μυρμήγκια. Μ’ αυτήν ήμουν θέλω να πω. Όχι ιδιαίτερα γιατί είναι στη θέση του αδικημένου και μαλακίες. Πέντε εναντίον μιας. Μάλλον έφταιγε τ’ ότι χωρίς τη μέλισσα δε θα ‘χα μέλι, ενώ χωρίς τα μυρμήγκια θα ‘χα καλύτερες ξάπλες τα καλοκαίρια στις παραλίες, δε ξέρω».

«Σήμερα το πρωί δίπλωνα κάτι ρούχα που μάζεψα απ’ έξω στον καναπέ, προτού τα πάω πάνω να τα βάλω στα συρτάρια τους. Πάνω στη μαύρη μπλούζα, μία απ’ τις τρεις που φοράω όλες κι όλες, ήταν ένα μαύρο σκαθάρι. Με πιάνει λίγο μια ανατριχίλα μ’ αυτά, τα μικρά ζώα σου φαίνονται πιο επικίνδυνα πάντα. Είναι μάλλον που δεν μπορείς να δεις τα μάτια τους . Τις εκφράσεις τους άμα σκέφτονται κάτι, το φαϊ, τον γκόμενο, το σπίτι ή τα προβλήματά τους. Τέλος πάντων… Πήρα τη σκούπα και έφτασα το σκαθάρι μέχρι την πόρτα, άνοιξα κι έκανα πως έπαιζα γκόλφ με το σκουπόξυλο. Μαλάκας. Χτύπησα το σκαθάρι κι έφτασε μέχρι τον κήπο. ‘Εδώ είν’ το σπίτι μου’, λέω»

«Τα πουλιά που κάθονται στα σύρματα της ΔΕΗ για κάποιο λόγο πάνε και κάθονται δίπλα δίπλα. Έχει τόσο σύρμα, κι αυτά βρίσκουν χώρους το ένα ανάμεσα στο άλλο για να ρεμβάσουν. Λες να έχουν παρέες και κλίκες; Να λέει ξέρω ‘γω το ένα καθώς ψάχνει πού να κάτσει στο σύρμα ‘κάτσε να βρω τον Κωστή να κάτσω να πω καμιά κουβέντα της προκοπής’; Άσε που όλα πάνε και κάθονται και κοιτάζουν προς μια συγκεκριμένη πλευρά. Κανένα ανάποδα. Σινεμαδάκι. Είναι πολύ στενάχωρο που δεν ξέρω πώς τα λένε αυτά τα μαύρα τα χειμερινά στις κολώνες και τα καλώδια της ΔΕΗ. Σπουργίτια; Στ’ αρχίδια μου.»

«Χτες-προχτές, οδηγούσα πιωμένος προς το σπίτι. Κάτι – δε θυμάμαι τί – προσπαθούσα να καταλάβω για μια μάρκα αυτοκινήτου κι άρχισα να σκέφτομαι ένα-ένα τα μοντέλα της για να δω αν αυτό το κάτι που έψαχνα, το κάνει σε όλα τ’ αμάξια που βγάζει. Κάπου στο πέμπτο-έκτο μοντέλο, συνειδητοποιώ ότι δε θυμάμαι για ποια μάρκα έψαχνα αμάξια. Ε, λέω, θα σκεφτώ τα μοντέλα που ήδη ανάλυσα για να δω ποια μάρκα ψάχνω. Είχα ένα Φίατ, μια BMW, ένα Νισσάν, ένα Πεζώ κι ένα καταμαράν. Πού να βγάλεις άκρη;».

Advertisements
Standard

Σχόλια

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s