Echo, Sociàl

Βήχας

Είναι Οκτώβρης πια, η μέρα μίκρυνε, μα κανείς δεν ομολογεί πως μεγάλωσε κι η νύχτα. Οι περισσότεροι σταμάτησαν σιγά-σιγά να κοιμούνται τα μεσημέρια. Άρχισαν να μαγειρεύουν, να νοικιάζουν ξανά τις ίδιες ταινίες που κάποτε κατάφεραν να τους θυμίσουν αυτό που φρόντισαν να ξεχάσουν νωρίς. Άρχισαν να συνηθίζουν την απάντηση Καλά στο φευγαλέο Τι κάνεις• έμαθαν να μη το πνίγουν, να το κάνουν να μοιάζει μ’ αλήθεια που καταπίνεται εύκολα.

Η πόλη σου μαθαίνει να σκας. Να θες να σκίσεις τα μάτια και τα ρούχα σου και ν’ απαντάς για πάντα πως είσαι …μια χαρά. Να θες να πεις ..μου λείπεις.. και αντ’ αυτού να μαστορεύεις αηδίες μη τυχόν και το δείξεις. Να θες να καβαλήσεις έν’ άλλο σώμα σαν ζώο, να δαγκώσεις έναν σβέρκο, να φιλήσεις πρώτα το χέρι και μετά τα χείλη μπροστά σου, ύστερα να τα δαγκώσεις λίγο κι αυτά προτού συνεχίσεις γλυκά, κι αντ’ αυτού να κρατιέσαι. Να κρύβεις τη καύλα σου στα τζην παντελόνια, στα σταυροπόδια και σ’ άσχημες ξενέρωτες σκέψεις, σαν voice over σε τσόντα.  Σου μαθαίνουν, η πόλη, οι άλλοι, οι φίλοι, τ’ αδέρφια, πως αν τύχει κι ανοίξεις τα μέσα σου κι αφήσεις να χυθούν στα πόδια τους οι σκέψεις σου, θα γίνουν βάλτος να τους πνίξει κι αυτούς και τα χρέη τους και τ’ αστεία τους. Οπότε σκάς. Σκας, και φεύγεις.

Ανακαλύπτεις κάπου πως θεωρείς τους περισσότερους χαζούς, βλαμμένους, ζώα. Και καταλήγεις να μιλάς κι εσύ σα ζώο, σαν βλαμμένος, σαν χαζός, μόνο και μόνο για να ‘χεις παρέα ζώα, βλαμμένους και χαζούς. Θα λες ακατάπαυστα αηδίες προς σχολιασμό, θα συναναστρέφεσαι και θα πίνεις τις ίδιες αηδίες, αλλά …μαζί. Τουλάχιστον, μαζί. Τα στην υγειά μας, κάνουν την αηδία υποφερτή κάπου στο τέλος. Την κάνουν να γλιστρά στον λαιμό σου, να μη σκίζει όσο έσκιζε τα τοιχώματα του οισοφάγου σου όσο τις καταπίνεις αμάσητες.

Θ’ αναρωτιέσαι αν είναι η μαζική κατάθλιψη που τονίζει τόσο την παρουσία αυτής της κοσμικής στασιμότητας ή αν ειν’ ο κομφορμισμός, αυτή η καταραμένη τάση του ανθρώπου να συμβιβάζεται μ’ ότι έχει, μ’ ότι του ΄φτυσαν στη μούρη για σημάδια να χαϊδεύει. Γιατί ‘ν’ τα μόνα που ‘χει τώρα. Και κάπου εκεί θα σκάσει μια γκλοπιά απ’ το πουθενά στον ώμο σου στην βρώμικη Σταδίου, ενόσω τρέχεις μέσα στην κάπνα που τσακίζει περισσότερο τον νου σου παρά τα ήδη γαμημένα πνευμόνια σου.

Αυτοί εδώ οι ναοί προστατεύονται απ’ ασπίδες οπλοφόρων που σκύβουν να δουν πόσο αργά πεθαίνεις, ποιες κινήσεις διαλέγεις να κάνεις ενόσω εκπνέεις για τελευταία φορά στους δρόμους που περπατούν ταυτόχρονα τα λιγοστά ψευτοερωτευμένα ζευγάρια και τα χιλιάδες βρώμικα μέτωπα. Οι ίδιοι αυτοί ναοί είναι χτισμένοι μ’ εκατοντάδες άχρηστες σφαίρες χωμένες σ’ όπλα κλειδωμένα σε ζώνες, χτισμένοι μ’ άσπρα κράνη και μαύρες άστοχες μπογιές, χτισμένοι μ’ όλες τις χαρτούρες που σου πετάν’ κάτ’ απ’ την πόρτα ενόσω κοιμάσαι. Υπόσχομαι πως αν μια μέρα ξεχάσω ποιος είμαι, θα ψάξω στους απλήρωτους λογαριασμούς να δω τ’ όνομά μου, τον αριθμό που μου αντιστοιχεί, την διεύθυνσή και την κάθε μου υποχρέωση.

Advertisements
Standard

One thought on “Βήχας

Σχόλια

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s