Echo

Βολάδες

Έχουμε σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να κοιτάζεις επίμονα τον Ήλιο και να δακρύζεις με τις ίριδες που καίγονται. Κάτι μεταξύ μαζοχισμού κι ερωτισμού. Έχουμε ξεχάσει πώς είναι να βρίσκεσαι μέσα στο σώμα σου την ώρα που μιλάς. Εντός. Να μη ξεφεύγει η σκέψη σου μακριά απ’ το τραπέζι και τις ρακές στα ποτηράκια του, απ’ το στόμα κάποιου που τολμά να μιλήσει για να πει κάτι που γνωρίζει πως κανένα ενδιαφέρον δεν έχει. Μικροί πηδούσαμε από κτίριο σε κτίριο, κλέβαμε με τα ποδήλατα στο νησί τα σήματα των αυτοκινήτων και λέγαμε ψέμματα στους μπάτσους που έκαναν περιπολίες σ’ όλη τη Μπελαγκράτσια να βρουν τα κωλόπαιδα. Ούτε αίσθηση κινδύνου, ούτε τρόμος, ούτε μέλλον, ούτε πίσω. Όλα συνέβαιναν τώρα. Την ώρα που συνέβαιναν.

Εκείνο το μεσημέρι αποφασίσαμε γι’ Αγκαθωπές. Πάντα με τα πόδια για ‘κει, ποτέ με τα ποδήλατα. Μεγάλη παραλία, 4-5 χιλιόμετρα απ’ το σπίτι της γιαγιάς κι ένα μισάωρο δρόμος αν πήγαινες απ’ το παλιό στερεμένο ποτάμι κι αν τολμούσες να περάσεις απ’ την αυλή του κυρ ‘Σώβρακου’ – ένα φθηνό παρατσούκλι για τον ημίγυμνο τρελό που ‘χε το κτήμα του χωμένο μέσα στις καλαμιές και τις μπουκαμβίλιες μας. Εκείνο το μεσημέρι λοιπόν, για να βάλουμε τον Καραμολέγκο το πλουσιόπαιδο στην κλίκα, σαν τεστ, τον στείλαμε να φέρει ό, τι  θα έβρισκε εύκαιρο στην αυλή του τρελού. Τον έπιασε λοιπόν στα πράσα μ’ ένα καφάσι ροδάκινα στο χέρι και τον πήρε στο κυνήγι ως το ποτάμι με το σώβρακο. Έτσι και το παρατσούκλι. Ο Σώβρακος. Κι η κλίκα μετρούσε τέσσερις μετά απ’ αυτό.

Μέχρι να φτάσουμε Αγκαθωπές εκείνο το καταμεσήμερο, το χέρι μου είχε τουμπανιάσει απ’ το τσίμπημα του μπάμπουρα που κρατούσα στη χούφτα μου σ’ όλη τη διαδρομή. Είχε ένα δέος να σε θαυμάζουν που βασανίζεις μια τεράστια μαύρη μέλισσα – κάπως έτσι ήταν πάντα βλέπεις οι αντροπαρέες… – να το κουνάς πέρα δώθε φυλακισμένο μες στον ιδρώτα της παλάμης σου και να τ’ ακούς να κράζει ψάχνοντας να φύγει κάπου ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα σου προς τις καλαμιές. Ούτε που σκεφτήκαμε βέβαια να γυρίσουμε να μου χώσουν καμιά κορτιζόνη ή κάνα αντιϊσταμινικό, ήμασταν βουρ για το στρατόπεδο πίσω απ’ τις Αγκαθωπές. Μικροί τότε, φοβόμασταν – σκέψου – μη τυχόν μας δουν απ’ τις σκοπιές να περνάμε για την πίσω παραλία και μας ρίξουν στο ψαχνό… Κίνδυνος για τον κίνδυνο, 10-12 χρονών μυαλά βλέπεις…

Πίσω απ’ το στρατόπεδο είχε κρυμμένη μια νεκρή, λευκή παραλία, ένα κομμάτι δρόμου στρωμένου μ’ άμμο που ένωνε την Σύρο μ’ ένα ξερονήσι, τους Βολάδες, 100 μέτρα πιο πέρα. Στη μια πλευρά είχε πάντοτε κύμα και στην άλλη η θάλασσα ήταν λάδι. Όσοι βαρούσαν σκοπιές στο στρατόπεδο που ‘ταν σκαρφαλωμένο στα πλάγια, σίγουρα τον έπαιζαν τα βράδια με τα ζευγάρια που κρύβονταν τις νύχτες στην παραλία των Βολάδων. Είχε έναν μόνιμο θόρυβο εκεί πίσω απ’ τον σωλήνα του εργοστασίου που ξερνούσε πίσω στη θάλασσα τ’ αλάτι που μάζευε – ένας λευκός καταρράκτης αλμύρας που ‘κανε το νερό να σε κρατά στην επιφάνεια λες κι είσαι μόνο ένα ή δυο κιλά βαρύς.

Ένα βράδυ την κοπανήσαμε κρυφά απ’ τη Μπελαγκράτσια να πάμε παράνομα μέσα απ’ την αυλή του κυρ Σώβρακου στους Βολάδες• ν’ ανάψουμε μια φωτιά και να πιούμε τις πρώτες μας μπύρες. Τέσσερα αγόρια ήμασταν, ο Βλάχος, ο Δημήτρης, ο πλούσιος ο Καραμολέγκος, φρέσκος στη κλίκα, κι εγώ. Πιτσιρίκια τότε, πρώτη φορά ανάβαμε φωτιά, ούτε που ξέραμε πώς γίνεται. Εκείνο το βράδυ, δεν είχε κύμα ουτ’ απ’ τη μια, ουτ’ απ’ την άλλη. Παράλογη νύχτα, ούτε βοριάς, ούτε νοτιάς. Η παραλία δεν είχε όνομα, στρατόπεδο την λέγαμε εμείς και καταλαβαινόμασταν. Κι η θάλασσα, ειδικά τα βράδια που η απανεμιά έκανε τ’ αλάτι του εργοστασίου να κάτσει όλο μες στον όρμο, σ’ έκανε να σκέφτεσαι πως μπορείς να σηκωθείς και να περπατήσεις στην επιφάνεια της μέχρι τον Φοίνικα που φαινόταν απέναντι. Να πάρεις εκεί κάνα παγωτό και κάνα βεγγαλικό απ’ τον κυρ Θωμά και να γυρίσεις να δεις τους Βολάδες να τρίζουν απ’ τα πυροτεχνήματα όσο θα γιορτάζεις με την παρέα γύρω απ’ τη πρώτη σου φωτιά. Μάτι δε μας έβλεπε εκεί. Κανείς. Καν ένας.

Το χέρι ήταν για δεύτερη φορά τουμπανιασμένο, τον άλλον μπάμπουρα τον άφησα προτού καν περάσουμε το στρατόπεδο. Ήταν ξέρες εκεί, ουτ’ ένα δέντρο, που να τον άφηνα στις ερημιές; Ο προηγούμενος, ο μεσημεριανός με το πρώτο τσίμπημα δεν είχε αίσιο τέλος… Ρολόγια δεν είχαμε, κανείς μας, αλλά θα ‘χε πάει σίγουρα 3-4 η ώρα το βράδυ• ο Φοίνικας ήταν άδειος από κόσμο απέναντι, και το χωριό αυτό δεν στερεύει από οικογένειες αν δε κλείσουν τα μαγαζιά στη παραλιακή οδό που τον διασχίζει. Και κινητά… που κινητά τότε; Είχαμ’ όλοι μια ανησυχία μη τυχόν κι είχαν πάρει χαμπάρι τις κοπάνες στα σπίτια μας οι δικοί μας και δούμε ξαφνικά το τζιπάκι του πατέρα του Καραμολέγκου να ξεπηδά δίπλα απ’ το στρατόπεδο. Του τα ‘λεγε όλα του πατέρα του ο μαλάκας, γι’ αυτό και τον παιδέψαμε για να τον βάλουμε στη παρέα. Αν είχα ποτέ ένα πρώτο γλυκό μεθύσι, αυτό ήταν. Σίγουρα αυτό ήταν. Προτού να ξημερώσει, ξεπλύναμε κι οι τέσσερις τη μέθη μας στην αλμύρα της παραλίας, απ’ την Βόρεια πλευρά του στρατοπέδου πάντα, και περπατήσαμε γύρω-γύρω απ’ το βουνό, περνώντας από Κόμητο για τα σπίτια μας. Μέχρι να φτάσουμε Μπελαγκράτσια είχαμε ξυλιάσει με το βραδινό μπάνιο. Το δικό μου σπίτι ήταν τελευταίο στη σειρά, οπότε τους άφησα έναν έναν στα εξοχικά τους κι ύστερα περπάτησα μέσα απ’ τ’ αρχοντικά και τις βίλες στο σπίτι της γιαγιάς. Όλο το σόι, τον ύπνο του δικαίου, ησύχασα προτού καν φτάσω στην εξώπορτα αφού άκουσα τα ροχαλητά τους απ’ την δίπλα κιόλας αυλή της νοικάρισσας.

Του χρόνου, πάλι στο νησί… Κανένα καλοκαίρι χαμένο τότε, λες κι είχαμε ραντεβού με τα παιδιά. Πρώτα έβρισκα τον Βλάχο, κι εκείνος έπαιρνε στο σταθερό του Δημήτρη. Ο Καραμολέγκος μας έβρισκε μόνος του πάντα, κανείς μας δεν τον έψαχνε αυτόν. Πέρασαν 2-3 καλοκαίρια μέχρι να τον συμπαθήσουμε, ήταν το πλουσιόπαιδο – το πα; – κι από νωρίς, σαν να το ξέραμε κι εμείς, υπολογίζαμε πως θα ‘μαστε μπακούρια όταν με το καλό θα μεγαλώναμε. Οι καιροί είχαν αλλάξει, ούτε Βολάδες, ούτε Αγκαθωπές, ούτε στρατόπεδα, ούτε βεγγαλικά, ούτε μπύρες στα κρυφά με βραδινές κοπάνες. Εφέτος είχε ανοίξει ένα ξενοδοχείο στην Μπελαγκράτσια, το Ελεάνα απέναντι απ’ το Σούπερ Μάρκετ της γειτονιάς κι απ’ την εκκλησία των Καθολικών• έπαιρνες έναν χυμό κι άραζες στην πισίνα του που ‘χε κόσμο στις ηλικίες μας. Η παρέα είχε μεγαλώσει πολύ… Οι μισοί καθολικοί, έκαναν τον σταυρό τους με τέσσερα δάχτυλα λες και βάφονταν, σαν ινδιάνοι. Είχε και κοπέλες στην πισίνα του Ελεάνα, και τ’ αγόρια είχαν εξασκηθεί μ’ αμέτρητες μεσημεριανές μαλακίες όλον τον χρόνο για ν’ απομονώνονται φέτος στους Βολάδες χωρίς να βλέπουν ένα μπικίνι να κυλιέται στην άμμο. Ο Δημήτρης ήθελε τη Μαρία, αλβανίδα που μετανάστευσε στη Σύρο νωρίς. Ο Βλάχος ήταν χοντρός και δεν φάνηκε να προσπαθεί για κάποια. Ο Καραμολέγκος πάλι, κλειστό παιδί απ’ την αρχή, και να ‘θελε, κουβέντα δε θα ‘λεγε. Εγώ ήθελα τους Βολάδες. Ήθελα να βλέπω τ’ αλάτι να τρώει τα βράχια μέχρι να λιώσουν. Ήθελα να βλέπω ένα – ένα τα φώτα στον Φοίνικα να σβήνουν, να βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου, ενόσω οι άλλοι μιλούσαν για τους πούτσους και τις μεσημεριανές μαλακίες που βαρούσαν κρυφά, ποιο σπίτι θα σβήσει τα φώτα του τελευταίο. Ήθελα να μετράω τα τσιγάρα που καπνίζουν οι φαντάροι στις σκοπιές, σημειώνοντας τις καύτρες που πετάγονταν στην πλαγιά, να τρομάζω τα ζευγάρια που μου ‘κλεβαν τη θέση τις νύχτες που τρέχαμε ν’ ανάψουμε φωτιές και να παριστάνουμε ότι καπνίζουμε τα ξερόχορτα του λόφου, ήθελα να διαλέγω τη πλευρά που δεν είχε κύμα. Αλλά μας έφαγε η Ελεάνα. Μας έφαγαν τα χλώρια κι οι καλλίγραμμες Μαρίες. Πάνε κι οι παρέες, πάνε και τα πρώτα γλυκά μεθύσια και σαν ν’ άλλαξαν και κάπως οι Βολάδες.

Advertisements
Standard

2 thoughts on “Βολάδες

Σχόλια

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s