Echo

Ικεσίες

Το ‘ριξε σε προσευχές. Ικεσίες. Έτσι γίνεται τώρα… Ευχήθηκε να μεγάλωναν ραγδαία οι κλιματαριές, να έδεναν τον κάθε αυτόνομο με τον παραδίπλα, το κάθε σπίτι ερείπιο με τα διπλανά δίπατα, την κάθε ρόδα με τον δρόμο, το κάθε λεπτό με την δική μας αίσθηση του χρόνου. Του άλλου χρόνου… Ευχήθηκε οι κλιματαριές να βγάζουν που και που σαρκοφάγους σπόρους, να φτάνουν όπου είναι να φτάσουν και να κλαδεύουν κεφάλια από εκδίκηση προς τις γιαγιάδες που μαδούσαν για χρόνια τις τριανταφυλλιές στα μπαλκόνια τους, που ‘ταν πάντα στρωμμένα με λαμπρά πλακάκια για να γλιστράνε τα απ’ άκρη σ’ άκρη τα φωνακλάδικα πεκινουά τους.

Στο «Αμήν» που ψιθύρισε, στις ευχές προς τις κλιματαριές πάντα, σκέφτηκε θάλασσες. Τουλάχιστον, ανοίγει ο καιρός και μαζί με τ’ άλλα, θα εισβάλλει και φως. Να το μαζεύουν, να το χορταίνουν τα κλίματα και να πετούν σταφύλια για μάσες και μέθη. Τουλάχιστον, ξανάπε, θα ‘χουμε και θάλασσες ν’ ανοιγόμαστε, να ξεχνιόμαστε. Θα ‘χουμε βέβαια και βυθούς ατάραχους, χωρίς ίχνος πλαγκτόν, χωρίς τίποτε.

Την επομένη κιόλας, ο τόπος είχε γεμίσει μ’ αναρριχώμενα. Γερές ρίζες, σήκωναν κτίρια ολόκληρα εκατοντάδες μέτρα πάνω απ’ τα «πάτρια» εδάφη.

– «Προς Ιθακη, ένα πράγμα φοβάμαι: Μη τα χάσω στον δρόμο… Κι αν κάπου χρησιμεύουν οι σύντροφοι ειν’ σ’ αυτο»

– «Εκεί χρησιμεύουν. Νοηματοδοτουν το χασιμο. Το κάνουν προορισμό»

Advertisements
Standard