Galleries

1689km

IMG_0862 IMG_0884 IMG_0889 IMG_0900 IMG_0906 IMG_0945 IMG_0955
Slide Show & Details

Standard
Echo, Sociàl

Πadre

IMG_0827 (Copy)Είναι μερικοί παππούδες που κατεβαίνουν στις παραλίες μόνοι τους. Οικογένειες, παρέες δίπλα χαμός, κι αυτοί με το καρεκλάκι τους αράζουν με τις ώρες. Δεν θα ΄χεις δει να διαβάζει κανείς κανένα βιβλίο να περνά η ώρα, απλά θα κάθονται. Ούτε θα κοιτάζουν τους άλλους και πολύ. Έτσι κι αλλιώς, όλες οι φάτσες που συναντάς στον δρόμο κι εσύ, συνηθισμένες μοιάζουν με τον καιρό, τί να κοιτάζει; Τους κοιτάζεις εσύ όμως πού και πού, και ξέρεις πως έχουν στημένο τ’ αφτί, ν’ ακούσουν την παρέα δίπλα που μιλά την μία για ποδόσφαιρο και την άλλη για μια Κατερίνα που πήγε ταξίδι στο Λονδίνο καλοκαιριάτικα.

Παραδίπλα, εκεί ακριβώς που τελειώνει η θάλασσα κι αρχίζουν οι πέτρες, είναι ένα παιδάκι που κάνει ότι μιλάει σε κάποιον. Με στόμφο όμως, όχι καθημερινά. Οι γονείς πιο πέρα σημασία δεν έδιναν. Και ο μικρός φώναζε μόνος του ‘πρέπει να πάρουμε πίσω το μενταγιόν! Αλλιώς, όλα θα τελειώσουν, τ΄ακούς;!’

Όλοι το έκαναν αυτό πιτσιρικάδες: Έφτιαχναν πέντε – έξι πρόσωπα στον νου τους, διάλεγαν για τον εαυτό τους τον καλύτερο ήρωα της ιστορίας και έπαιζαν ένα σενάριο που φαντάζονταν. Πάντα με τίγρεις, πολικές αρκούδες και κάνα-δυο τανκς με στρατιώτες. Κι έναν κακό. Μπορεί και κάνα δράκο που σ’ ακολουθεί πιστά για όσο θα το παίζεις νίντζα ή ράμπο στην παραλία. Ωραία πράγματα· τότε περνούσες καλά. Τώρα περνάς απλά εύκολα.

Κι ο παππούς – τον έβλεπες πιο πάνω, στο καρεκλάκι του ήρεμος – κι αυτός τον πιτσιρικά κοίταζε. Κι εκεί που έχεις αρχίσει να ιδρώνεις απ’ τον Ήλιο, εκεί που λες να πας να βουτήξεις να γλιτώσεις, σκέφτεσαι ότι ο παππούς είναι μάλλον ευτυχισμένος ή τουλάχιστον ευχαριστημένος μ’ όλα αυτά.

Αρχίζεις να κολυμπάς ευθεία προς τα μέσα· κάθε τρεις εναλλάξ απλωτές και κεφάλι έξω για ανάσα μαζί με μια παύση στις – ίσως – βαθιές σκέψεις, μέχρι να ξανανοίξεις τα μάτια προς τον βυθό. Γιατί κοιτάζοντας προς τα ‘κει είναι κάπως πιο σωστό να κάνεις τις – ίσως – βαθιές σκέψεις. Ο παππούς θα έχει καταλήξει, λες: Τα πράγματα δεν είναι καθόλου διαφορετικά απ’ αυτά ακριβώς που βλέπεις ότι είναι, γιατί ούτως ή άλλως μέχρι εκεί μπορούν να είναι, έτσι όπως είναι οι άνθρωποι στην ουσία τους σήμερα. Και εκεί ακριβώς είναι που νιώθεις ότι κουράζεσαι να κολυμπάς και σταματάς να ρίξεις μια ματιά προς τα πίσω, μη τυχόν και πήγες είκοσι-τριάντα χιλιόμετρα κατά λάθος και δε μπορέσεις να γυρίσεις.

Μέχρι να βγεις προς τα έξω, έχει αρχίσει να πέφτει ο ήλιος. Οι οικογένειες ετοιμάζονται να φύγουν γρήγορα προς Αθήνα, λες και τα βράδια βγαίνουν σμέρνες στην ακτή και τρώνε τα παιδιά τους. Δεν ξέρεις και πως την λεν’ την παραλία, αλλά έχει ένα καράβι πιο κάτω, μισοβυθισμένο και έτσι αποφασίστηκε να την λες παραλία ‘το Ναυάγιο’.

Καμιά ώρα αργότερα, θα ‘χεις ξεμείνει εσύ, κάνα δυο παρέες πιο πέρα να μαζεύουν τα σκουπίδια τους θέλοντας να δείχνουν ευσυνείδητοι πολίτες, κι ο παππούς· θα κάνει διατάσεις πάνω απ’ το καρεκλάκι λίγο πριν φύγει κι αυτός μαζί με τους τελευταίους. Οι ήρεμες κινήσεις του σε κάνουν να θες να φύγεις πρώτος. Να του κάνεις και το χατήρι, που ερχόμενος εδώ, είχε σκεφτεί από εγωϊσμό πως θα θέλει να είναι ο τελευταίος που θα φύγει. Και κάπου στη διαδρομή προς το αμάξι, στο πεντηκοστό όγδοο σκαλοπάτι για επάνω, αυτό που βγάζει στον δρόμο όπου έχεις μάλιστα παρκάρει και στραβά, κατανοείς πως στο τέλος όλα φαίνονται  να ΄χουν μια παράξενη αρμονία μέσα στο μπέρδεμά τους.

Standard
Echo, Sociàl

Αριζόνα

arizona16 (1)

Τον τελευταίο καιρό, από άχτι, κάθε μέρα που ξυπνάω πάω στη κουζίνα και της ανοιγοκλείνω το μεσαίο μάτι για να νομίζω ότι κάτι μες το σπίτι μου την πέφτει. Μετά για όσην ώρα ψήνεται το νερό στο μικρό μάτι κάτω αριστερά, κοιτάζω βαθιά μες το μεγάλο που σιγοσβήνει δίπλα, μήπως και δω ζωγραφισμένο στις κεραμικές εστίες κάνα γράμμα της Αλφαβήτου για να το θεωρήσω σημάδι, οιωνό για την συνέχεια. Δεν πιάνει, αλλά κάπως έτσι μόνο φτιάχνοντ’ οι καλοί καφέδες.

Είχα ένα φίλο – ανάποδο πλάσμα – έκανε ευχές που λες κι έριχνε αστέρια στα κεφάλια όσων αντιπαθούσα. Τί ευχές έκανε ποτέ δε τον ρώτησα, ας τις κάνει κανείς κι ας μη τις μάθεις ποτέ… Βέβαια, όταν το βράδυ δεν είχαμ’ αστέρια να μετρήσουμε, αντί γι’ αυτά, καταλήγαμε πάντα να μετράμε τις καύτρες που πετούσαμε στο βρώμικο πάτωμα του σπιτιού. Μετά λέγαμε παπαριές και αναλύαμε ατάκες που μας είπαν κάποια κορίτσια που ξέραμε παλιά κι οι δυο, ίσα ίσα για ν’ αποδείξουμε ότι θυμόμαστε κι ότι είμαστε συναρτήσεις συνεχείς.

«Καθόλου δεν άλλαξε η Σ.» ήταν το πρώτο πράγμα που του ‘πα όταν γύρισα κάτω. Μετά μου ΄λεγε για τη Μαίρη, τη Μαιρούλα, λέει, που του καλάρεσε και που την έπεισε να βρεθούν τ’ απόγευμα προτού φύγουμε. «Μαλάκα», λέει, «είχε αργήσει κάνα μισάωρο, με συναντάει κάποια στιγμή – ξέρεις πόσο νευρικιά είναι – και μου λέει …”με το ζόρι ξύπνησα να έρθω!”. Ούτε συγνώμες και μαλακίες που τη περίμενα, ούτε τίποτα, έτσι! Της έδωσα το βιβλίο κι ούτε ευχαριστώ δε μου ‘πε. Στ’ αρχίδια της. Έφυγε. Μ’ αρέσει ρε μαλάκα, ούτε ψευτοκουβέντες, ούτε χαζομάρες…». Εγώ κάπνιζα το πρώτο τσιγαριλίκι της χρονιάς και του ‘κανα ανάλυση του Arizona Dream, μήπως και φέρω την ταινία στα νερά μας κι αποδείξω πώς όποιον δρόμο και να πάρει κανείς, ποτέ δε θα μπορέσει να φωνάξει πως τον βρήκε μόνος του.

Είχε κάτσει ο Ντεπ σ’ ένα τραπέζι με την Ντάναγουε’ι’ και μιλούσαν, μιλούσαν, ώσπου σηκώθηκε το τραπέζι ολόκληρο, με τις καρέκλες και μ’ αυτούς επάνω, κι άρχισε να γυρίζει ομαλά στον αέρα. Να χορεύει, καλύτερα… Ο Ντεπ καθόταν σαν παιδί δημοτικού και τη κοίταζε να του μιλά για την Παπούα που ‘θελε να πάει μ’ έν’ αυτοσχέδιο αεροπλάνο. Κι αυτός της το υποσχέθηκε πως θα της το φτιάξει από τα παλιοσίδερα που θα ‘βρισκε στην αποθήκη. Τώρα… Τώρα κάθεσαι στο τραπέζι, και σου μιλά γι’ ανησυχίες, για ξεχασμένα λεφτά, για το μέλλον σου τ’ αβέβαιο και γι’ άλλες αηδίες, ώσπου να λιώσει το τραπέζι που με το ζόρι στηρίζεσαι. Που να σηκωθεί να γυρίζει με λιωμένα πόδια; Κολλημένο στα πλαϊνά πεζοδρόμια μιας Μαυρομιχάλη, μιας Ηρακλειδών ή το πολύ πολύ μιας Νταλιάνη θα ‘ναι, κλειδωμένο κι απ’ τον μαγαζάτορα μη τυχόν και ‘ρθουν άφραγκοι φοιτητές το βράδυ και του το σουφρώσουν. Πώς θα πετάξουμε τώρα κύριε; Μας μιλάνε που μας μιλάνε γι’ αηδίες, μας κλειδώνεις και τα τραπέζια στο χώμα και κοιτάζουμε μέσα απ’ τους κρίκους στις αλυσίδες τους αρμούς στα πεζοδρόμια που μας χωρίζουν απ’ την κάθε Παπούα.

Την επόμενη μέρα αγόρασα ψάρι από έναν τύπο που πέτυχα όπως κοιμόμουν στη παραλία. Τόσους μήνες τώρα, την είχα καταβρεί, πήγαινα κάθε μέρα στο Σταυρό και μ’ έπαιρνε ο ύπνος ως το μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα, εκεί που έσκαγαν στη στεριά οι βατραχάνθρωποι και ψαροτουφεκάδες του νησιού. Είχα πάρει τα τηλέφωνά μου να μου πουν τί να το κάνω, βούτηξα κι ένα φθηνό κρασί απ’ το σούπερ μάρκετ κι ετοίμαζα τ’ αλεύρι για το ψήσιμο στο σπίτι. Πρώτη φορά θα μαγείρευα ψάρι, ιδέα δεν είχα από τέτοια. Εκεί που τσιτσίριζε ο λάδι, κάπου μέσα στο ουρλιαχτό θυμήθηκα πάλι το Arizona Dream: Ούτε χελώνες έχω να ελευθερώσω σαν την Τάηλερ, ούτε Κάντιλακ μπορώ να πουλήσω, ούτ’ αεροπλάνα να φτιάξω για κάποιον άλλο εκτός από μένα, ούτε καν έναν ρόλο να μου κάτσει να γίνω σαν τον Αλ Πατσίνο στα σινεμά. Μόνο το ψάρι μας έμεινε, αλευρωμένο και λίγο πριν τη βουτιά στο καμένο λάδι… Το ‘ριξα λοιπόν στον νεροχύτη που ‘ταν γεμάτος με νερό και του ‘κανα ότι είχα μάθει απ’ τις ταινίες για το CPR ώσπου να ζωντανέψει. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, άρχισα να του τραγουδάω την μελωδία της ταινιας μπας και σταματήσει να σπαρταράει κι αρχίσει να πετάει από πάνω μας. Ο άλλος έκανε ακόμα δυο ευχές κι έριξε ένα αστέρι στον ψαροτουφεκά που μου το πούλησε κι άλλο ένα σ’ όλους όσους σταμάτησα να σκέφτομαι. Σηκώθηκε που λες το ψάρι, τίναξε τ’ αλεύρια από πάνω του, άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας, και πέταξε για Παπούα. Το κοιτάζαμε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα, κι όταν ήταν πια αδύνατο να το κοιτάζουμε να κολυμπά στο βάθος τ’ ουρανού, γυρίσαμε κι ανοιγοκλείναμε ταυτόχρονα τα μάτια της κουζίνας.

Standard
Echo

Ηχώ

IMG_9824 [1024x768]

«Ο σκύλος μου όταν βλέπει ψοφίμι στον δρόμο, πέφτει και κυλιέται δίπλα του. Τρίβεται με μανία στο χώμα, κάτω απ’ τις μύγες που τρώνε σάπια μυαλά και ξεραμένο αίμα. Τις προάλλες, στον Σταυρό, βρήκε ένα ψόφιο πρόβατο, είχε μια τομή στη κοιλιά απ’ όπου έβλεπες  τα πλευρά του να εξέχουν… Λύκοι; Στη Κρήτη; Και μάλιστα στις ξέρες του Σταυρού; Αποκλείεται. Ή σκυλιά; Αλλά τί; Σκυλιά να ξεκοιλιάζουν πρόβατα; Δεν έχουμε φτάσει εκεί ακόμα, έτσι; Άνθρωποι αποκλείεται, εδώ έχει μόνο φλώρους Αμερικάνους που δουλεύουν στη Βάση και κάτι ξεχασμένες κυρίες από Ολλανδίες και Νορβηγίες που μαζεύουν τις γάτες της περιοχής για να φροντίζουν κάτι που δεν έκαναν παιδιά… Δε σκοτώνουν αυτοί… ή σκοτώνουν;».

«Της φώναζα να την κάνω ν’ απομακρυνθεί απ’ το ψοφίμι, αλλά αυτή εκεί, να τρίβεται και να κλαίει δίπλα στο πρόβατο. Πού να πλησιάσω; Άσε που και να την έφτανα δε νομίζω να την έπιανα έτσι πώς βρωμούσε κι αυτή. Μπορεί να ‘ταν και χίλιες μύγες από πάνω της. Δεν θυμάμαι να ‘χω δει ποτέ τόσα ζώα μαζεμένα. Εκτός απ’ την Πανεπιστημίου. Μύγες μες το καταχείμωνο. Είναι αλκυονίδες μέρες βέβαια, μπορεί το πουλί στο οποίο μεταμορφώθηκε η Αλκυόνη να ‘ταν τελικά η μύγα, κι αυτά πουλιά είναι, έτσι…; Ή πουλιά λέμε ότι πετάει κι είναι όμορφο μόνο;»

«Αν έβλεπα εγώ ένα άσχετο ανθρώπινο πτώμα στον δρόμο δηλαδή τί; Έπρεπε να ξαπλώσω δίπλα του, να αρχίσω να κλαίω και να κυλιέμαι στο χώμα και τα βρώμικα υγρά του; Φαντάσου ρε… Κι αν περνούσε κανείς εκείνη την ώρα δηλαδή; Ρεζίλι. Δε γίνοντ’ αυτά. Της φώναζα που λες αλλά τίποτα, είχε μπει σε κατάσταση έκστασης, κάτι στον αέρα, στην μυρωδιά αυτή του θανάτου της το ‘κανε. Φαινόταν λες κι ήθελε να καλύψει με τη μυρωδιά της γούνας της την σάπια μπόχα του νεκρού προβάτου. Ή το αντίθετο, να καμουφλαριστεί μ’ αυτήν… Ποιος ξέρει θα μου πεις»

«Πριν καμιά βδομάδα, είχε κάνει το ίδιο μ’ ένα μέρος ενός χταποδιού στα βράχια του Σταυρού. Εκεί είπα, εντάξει, η ψαρίλα την ενοχλεί προφανώς. Το ίδιο κι όταν είδε το τρυπημένο ψάρι στην άμμο πιο κάτω. Έπρεπε να βρεθεί και το νεκρό πρόβατο για να συμπληρωθεί όλη η θεωρία. Το αστείο είναι ότι όλα αυτά γίνονται στο Σταυρό: μια στρογγυλή παραλία, με το μισό της μέρος φαγωμένο απ’ το κύμα, σαν έρημος, ένα μικρό παραθαλάσσιο Γραντ Κάνυον ξέρω ‘γω. Κάπως έτσι… Λες να ‘ρχεται κανείς ντόπιος βαρεμένος να τα σκοτώνει; Μπα, υπερβολές. Αν δω τρίτο πτώμα όμως; Ίσως να πρέπει να μ’ ανησυχήσει. Δε ξέρω, μάλλον δε μ’ αρέσουν τα πτώματα. Δεν βαριέσαι; Ούτε κι ο σκύλος ξέρει πώς να τ’ αντιμετωπίσει. Εδώ εγώ τα έβγαζα φωτογραφίες».

«Μετράω τα πτώματα που ‘χω δει στη ζωή μου. Τ’ ανθρώπινα είναι δυο. Τρία, τρία! Θυμάμαι που δυο χρόνια μετά τον θάνατο του παππού μου, ρώτησα τη γιαγιά τι κάνει ο παππούς. Είχα ξεχάσει. Γίνεται αυτό; Ε, γίνεται. Των ζώων πάλι τα πτώματα βγαίνουν αμέτρητα. Θυμάμαι εκείνη την ιστορική μάχη της μέλισσας με πέντε έξι μυρμήγκια. Δεν ξέρω ποιος προκάλεσε ποιον, ήρθα εφόσον είχαν αρχίσει ήδη να πλακώνονται. Η μέλισσα είχε μισοφαγωμένα φτερά, και δυο μυρμήγκια σε μανία πάνω της. Τ’ άλλα επιτίθονταν από χαμηλά, κυρίως στη κοιλιά και τα πόδια της. Όλοι στον πλανήτη έχουν κάτι να χωρίσουν φαίνεται. Εντάξει, το σκέφτηκα: Μήπως να τα διώξω και να την πάρω να την ακουμπήσω σε κάνα φράχτη πιο πέρα; Αλλά μπα, λέω. Ποιος είμαι εγώ να διακόψω τον καυγά…»

«Κοίτα καυγάς. Να πετάγεται το πρώτο μυρμήγκι για τη φέρμα και να φωνάζει ‘κρατάτε με μαλάκες, θα τη σκοτώσω τη πουτάνα!’. Και τ’ άλλα να λένε ‘ήρεμα ρε μαλάκα, ηρέμησε ρε! Γάμα την τη καριόλα, άσ’ την!’. Σίγουρα κάπως έτσι θα ξεκίνησε. Στα μυρμηγκίστικα. Γιατί τα σκέφτομαι αυτά; Φαινόταν όντως υπεροπτική για μέλισσα. Δεν ξέρω βέβαια γιατί, αλλά για κάποιο λόγο συμπαθούσα τη μεγάλη, όχι τα μυρμήγκια. Μ’ αυτήν ήμουν θέλω να πω. Όχι ιδιαίτερα γιατί είναι στη θέση του αδικημένου και μαλακίες. Πέντε εναντίον μιας. Μάλλον έφταιγε τ’ ότι χωρίς τη μέλισσα δε θα ‘χα μέλι, ενώ χωρίς τα μυρμήγκια θα ‘χα καλύτερες ξάπλες τα καλοκαίρια στις παραλίες, δε ξέρω».

«Σήμερα το πρωί δίπλωνα κάτι ρούχα που μάζεψα απ’ έξω στον καναπέ, προτού τα πάω πάνω να τα βάλω στα συρτάρια τους. Πάνω στη μαύρη μπλούζα, μία απ’ τις τρεις που φοράω όλες κι όλες, ήταν ένα μαύρο σκαθάρι. Με πιάνει λίγο μια ανατριχίλα μ’ αυτά, τα μικρά ζώα σου φαίνονται πιο επικίνδυνα πάντα. Είναι μάλλον που δεν μπορείς να δεις τα μάτια τους . Τις εκφράσεις τους άμα σκέφτονται κάτι, το φαϊ, τον γκόμενο, το σπίτι ή τα προβλήματά τους. Τέλος πάντων… Πήρα τη σκούπα και έφτασα το σκαθάρι μέχρι την πόρτα, άνοιξα κι έκανα πως έπαιζα γκόλφ με το σκουπόξυλο. Μαλάκας. Χτύπησα το σκαθάρι κι έφτασε μέχρι τον κήπο. ‘Εδώ είν’ το σπίτι μου’, λέω»

«Τα πουλιά που κάθονται στα σύρματα της ΔΕΗ για κάποιο λόγο πάνε και κάθονται δίπλα δίπλα. Έχει τόσο σύρμα, κι αυτά βρίσκουν χώρους το ένα ανάμεσα στο άλλο για να ρεμβάσουν. Λες να έχουν παρέες και κλίκες; Να λέει ξέρω ‘γω το ένα καθώς ψάχνει πού να κάτσει στο σύρμα ‘κάτσε να βρω τον Κωστή να κάτσω να πω καμιά κουβέντα της προκοπής’; Άσε που όλα πάνε και κάθονται και κοιτάζουν προς μια συγκεκριμένη πλευρά. Κανένα ανάποδα. Σινεμαδάκι. Είναι πολύ στενάχωρο που δεν ξέρω πώς τα λένε αυτά τα μαύρα τα χειμερινά στις κολώνες και τα καλώδια της ΔΕΗ. Σπουργίτια; Στ’ αρχίδια μου.»

«Χτες-προχτές, οδηγούσα πιωμένος προς το σπίτι. Κάτι – δε θυμάμαι τί – προσπαθούσα να καταλάβω για μια μάρκα αυτοκινήτου κι άρχισα να σκέφτομαι ένα-ένα τα μοντέλα της για να δω αν αυτό το κάτι που έψαχνα, το κάνει σε όλα τ’ αμάξια που βγάζει. Κάπου στο πέμπτο-έκτο μοντέλο, συνειδητοποιώ ότι δε θυμάμαι για ποια μάρκα έψαχνα αμάξια. Ε, λέω, θα σκεφτώ τα μοντέλα που ήδη ανάλυσα για να δω ποια μάρκα ψάχνω. Είχα ένα Φίατ, μια BMW, ένα Νισσάν, ένα Πεζώ κι ένα καταμαράν. Πού να βγάλεις άκρη;».

Standard
Echo

Αρμός

1357728828181

Κάτω, κάπου στα πλακόστρωτα, γράφει «μου λείπεις» σε ξεχωριστές πέτρες στο πεζοδρόμιο, αλλού το «μου» αλλού το «λείπεις»; Και πάνω του πατούν σπορτέξ με πατημένα σκατά και περπατούν δυο παντελόνια τζήν και δυο ζευγάρια χέρια δεμένα στις πλάτες που περπατάνε δίπλα-δίπλα. Πιο πίσω έρχεται κι ένα παιδί, όχι ντυμένο σαν κρεμμύδι όπως οι μεγαλύτεροι, μηδέν βαθμοί, κρύο και μαλακίες… Ένα φουτεράκι, μια φόρμα και γρήγορες κινήσεις θέλει για να σπάσεις όσα θερμόμετρα πάρει το μάτι σου. Απ’ απέναντι το βλέπεις να παλεύει να μη πατήσει τις γραμμές στο πεζοδρόμιο, λες κι αν κάνει το λάθος να βάλει το πέλμα του στον αρμό που ‘χουν ανάμεσα, θα πέσει η Γη απ’ τον Γαλαξία και θα πάρει όποια τροχιά της δώσουν όσοι πλανήτες βρει στον δρόμο της. Μοναχικά παιχνίδια ειν’ αυτά. Τα σκέφτεσαι μόνο όταν δεν έχεις δυο αφτιά να κρεμαστούν στα χείλη σου, και τα πράττεις όταν δεν θες καν να τα ‘χεις. Ύστερα περνά δίπλα σου με κουτσό, το ‘να πόδι στο «μου», τ’ άλλο στο «λείπεις», και κάνοντάς του χώρο, του λες ένα «ευχαριστώ» που 15-20 χρόνια μετά από σένα, είπε να πιάσει να σώσει τον κόσμο που ‘ναι χωμένος στους αρμούς των πεζοδρομίων της Πειραϊκής.

Το μόνο που ‘χει σα χρεωμένη του επανάσταση, είναι μόνο να μη πατήσει τις γραμμές. Εσένα σου ‘ριξαν και δυο γκλοπιές στη Σταδίου και σου χάραξαν τον δρόμο, λες. Έκτοτε έχτισες τα ίδια σου τα χέρια στα τσιμέντα που φτιάχνουν τους τοίχους που σε χωρίζουν απ’ το διπλανό διαμέρισμα, κι άρχισες μόνο να κράζεις πως τίποτ΄ άλλο δε μπορείς να κάνεις πια. Πού και πού, σκέφτεσαι πως το πεζοδρόμιο είναι μακρύ κι ούτε ξέρεις που φτάνει, έχεις χιλιάδες αρμούς ν’ αποφύγεις ώσπου να φτάσεις παρακάτω, έχεις και δρόμο πιο δίπλα, και θέα να βλέπεις όσο πας.

Πολλές ιδέες: Να σταματήσεις μια στιγμή και να χαζέψεις τη θάλασσα στα δεξιά σου, να κάτσεις κιόλας δίπλα στα παιδιά που σκάνε τα τσιγαριλίκια τους στα μουλωχτά πάνω στα βράχια, ν’ ακούσεις τις κλασμένες τους κουβέντες.  Ή μήπως να συνεχίσεις το κουτσό κι εσύ πάνω στις πέτρες ώσπου να φτάσεις στον πέρα όρμο για να μετρήσεις πόσα καϊκια άραξαν σήμερα και πόσοι τα ‘χουν ακόμα δεμένα; Να βαρεθείς να κοιτάζεις κάτω μη τυχόν και πατήσεις γραμμές όσο πας κι αντ’ αυτού να ξαπλώσεις στον δρόμο να σταματήσεις τ’αυτοκίνητα που κάνουν κόντρες στον Σταυρό. Να, να… Καμιά ιδέα ωστόσο δε σε καυλώνει περισσότερο απ’ τα ερωτικά συνθήματα που σβήνονται στα πατήματα των άλλων ζευγαριών της Πειραϊκής.

Τόσα καλώδια ΔΕΗ, τόσες σωληνώσεις, τόσο τσιμέντο ανάμεσα στα σπίτια, θα ‘πρεπε μέχρι τώρα να ‘μασταν ένα, λες. Αντιθέτως, γίναμε ένας τεράστιος λαπάς από λάσπες, πέτρες, μπετό και μοναξιά. Άνθρωποι που περπατούν στις παραλίες και κοιτάζουν την άμμο κι όχι τη θάλασσα που έφτιαξε την άμμο ζωγραφίζοντας την τόσους αιώνες τώρα. Ανθρωπάκια.

Γυρνάμε λοιπόν στη Πειραϊκή… Το παιδάκι με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του φούτερ, παλεύει ακόμα να μην πατήσει τους αρμούς στο πεζοδρόμιο. Η παρέα παραπέρα σκάει το δεύτερο τσιγάρο στα βράχια και το ζευγάρι που πάτησε πάνω στα «μου λείπεις» αποχωρίζεται στο απέναντι στενό για καληνύχτες. Στο πορτοφόλι υπάρχει μόνο το ένα ευρώ απ’ το φλουρί που κέρδισες στις γιορτές και στη τσέπη κουβαλάς ακόμα τα δυο άδεια φυσίγγια που τίναξες με τη καραμπίνα στην αλλαγή του χρόνου. Έχουν τέτοια έθιμα εκεί, κι ενώ ποτέ δεν είπες να την πάρεις κι εσύ, εφέτος είπες να χτυπήσεις δυο στον αέρα σαν τους άλλους να δεις αν θα σκοτώσεις κανέναν απ’ τους εαυτούς σου.

Βάζεις το ευρώ στο στόμα για να δεις αν έχει ακόμα γεύση βασιλόπιτας και κοιτάζεις επίμονα το παιδί που ακόμα κάνει κουτσό στις πέτρες για να μας σώσει. Το ευρώ είχε απλή γεύση μετάλλου, καμία βασιλόπιτα, το φτύνεις λοιπόν στα βράχια πιο κάτω. Σιγά, ένα ευρώ είναι. Έπειτα πιάνεις τα φυσίγγια, ένα πράσινο κι ένα κόκκινο, 6άρια και τα δύο. Χτυπάς τις μεταλλικές μύτες τους στα κάγκελα του δήμου κάθε που σκάει το κύμα στα πόδια των παιδιών που την πίνουν πιο κάτω. Δε λες να τα πετάξεις αυτά. Τα ξαναχώνεις στις τσέπες σου κι υπόσχεσαι να τα δώσεις εκεί ακριβώς που πρέπει. Αν όμως, λες, σκότωσαν όντως κάποιον απ’ τους εαυτούς σου θα ‘θέλεις αύριο μεθαύριο να τα στολίσεις κάπου στο σπίτι για να θυμάσαι ποιες στιγμές σου σκότωσες στον αέρα, δίπλα στα βεγγαλικά της αλλαγής των χρόνων και των εποχών. Σαν ανθρωπάκι.

Standard
Echo, Sociàl

Νήμα

IMG_9554

Στην «Αγιά Σωτήρα» μεγαλώναμε δυο πόντους κάθε Σαββατοκύριακο. Δυο ψευτομεροκάματα, ίσα ίσα για να λεμε πως γίναμ’ άντρες πια. Δώδεκα χρονώ, «βοηθοι σερβιτόρου». Τίτλος για τα προσχήματα και για να δικαιολογηθεί το παγωτό που μας χάριζαν μετά, όχι ότι τ’ αξίζαμε, πέντε ψωμιά πηγαίναμε σε δυο τραπέζια, και που και που φωνάζαμε κι ένα «έφτασε!» για να τους κάνουμε να γελάνε με μας τα πιτσιρίκια. Αυτοί εκεί οι οικογενειάρχες μικρομέγαλοι που πάλευαν να βγάλουν το κρέας  που σφίνωνε στα δόντια τους με τις οδοντογλυφίδες, γέλαγαν που λες με μας. «Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» και τέτοιες μαλακίες. Μας έλεγαν «αντράκια» και «τρελαμένα», πιστεύοντας ότι δε μυρίζαμε τη ψευτιά τους. Που να ξεραν ότι τους δουλεύαμε κι αυτούς και τα παιδιά τους;

Ο Κυρ’ Γιάννης, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ταβέρνα ήταν κάπου πάνω απ’ τη Μάντρα, προς Θήβα, στην παλιά Εθνική, έθρεφε τότε δυο οικογένειες. Όχι ότι ήταν και δύσκολα ή ότι μιλάμε για φτώχειες και τέτοια, αλλά το μισό σόι πέρασε κάτω απ’ τις παραμάνες και τα σερβίτσια τις Αγιάς Σωτήρας, προτού να γίνουν μπάτσοι, μεγαλοδημοσιογράφοι ή αναρχόμουτρα. Δεν υπάρχει ξάδερφος για ξάδερφος που να μην πήρε μυρωδιές ενηλικίωσης εκεί πάνω. Εγώ τον πρώτο σκύλο μου εκεί τονε φορτώθηκα. Εκεί βρήκα και τα πρώτα ψευτοχαρτζιλίκια, εκεί κάπνισα και ξερόχορτα πίσω απ’ τη παιδική χαρά. Αν ο κυρ’ Γιάννης ήταν στην υποδοχή των πελατών που λες, εγώ θα ‘μουν στην υποδοχή των παιδιών τους. Ήξερα και τα κατατόπια, ήξερα που ‘χει κούφια ξερόχορτα να κάνουμε ότι καπνίζουμε σα τσογλάνια, ήξερα ποια χόρτα τρώγονται και πια τα κατουράνε σκύλοι, ήξερα και τον Φώτη στη Ψησταριά να μας χαρίζει και κρέας απ’ το παραθυράκι που κοίταζε στην παιδική χαρά της ταβέρνας. Ήμουν κι εγώ «του μαγαζιού».

Σ΄όλο τον κόσμο χρώσταγε ο Κυρ’ Γιάννης, κλεφτρόνι και λαμόγιο εποχής, αλλά εγώ τον θυμάμαι σπαγκοραμμένο και αγαπησιάρη ταυτόχρονα. Παππούς. Ή μήπως παππούς φαινότανε πίσω απ’ τους λογαριασμούς και τα κομπιουτεράκια;

Στο τροχόσπιτό του, περνούσαμ’ ώρες κι ώρες με τα παιδιά των πελατών. Το ‘δειχνα σ’ έναν-έναν ξεχωριστά κι έπειτα τα παράταγα να το χαζοκοιτάζουν μέχρι να φέρω και το σκύλο για φαϊ. Για τη μόστρα, «έχω σκύλο κι εσείς δεν έχετε», κάπως έτσι. Πέρασαν μήνες για να τον δω σα τον σκύλο που έγινε μετά. Ο Eddy… μεγάλη ιστορία κι αυτός.

Σε μια φωτιά, κάπου εκεί στα μέρη, κάηκε η Αγιά Σωτήρα, το μαγαζί, το τροχόσπιτο, όλα. Όποια νταλίκα σταματούσε πιο πριν στον Φώτη για κρέας, πλέον σταμάταγε στη Μάντρα και στα τότε νέα φαστφουντάδικα. Πάν’ οι ταβέρνες του 80’ κι οι φωνές των σερβιτόρων με τα λευκά πουκάμισα. Πλέον κοτσάρουνε καρτελάκια με ονόματα και χαμηλόφωνα «τι θα πάρετε παρακαλώ;» με το ψέμα να χρεώνεται έξτρα στην απόδειξη.

Ο Κυρ’ Γιάννης, έμαθα έκανε φυλακή. Χρέη, εφορία, κάτι τέτοιο. Κάποτε τα ‘σκαγε σε δέκα ανθρώπους στη δουλειά, και τώρα μέσα για χρέη. Ποιος, ο Κυρ’ Γιάννης, που ‘χε λεφτά γι’ ανακαινίσεις, για τεχνητά συντριβανάκια στη ταβέρνα και γι’ αλλαγές στα χρώματα απ’ τις καρφωμένες λάμπες–μανιτάρια που είχαν όλες οι ταβέρνες του 80′ στο γκαζόν. Μπορεί και να ‘ναι δυο χρόνια μέσα. Μπορεί και παραπάνω. Εδώ απ’ το σόι, κανείς δε πάει να τον δει. Ρώτησα εκεί δυο γνωστούς αν ξέρουν τι απέγινε αλλά κανένα νέο. Τώρα θα μου πεις γιατί με νοιάζει εμένα ο Κυρ’ Γιάννης…

Από μικρά μας μάθαιναν ότι το φυσικό κι επόμενο της Ακμής είναι η Παρακμή. Τόσα βιβλία φάγαμε μ’ ιστορικά παραδείγματα, ποιος έπεσε, πάνω σε ποιον έπεσε, ποιος του ‘πεσε, ποιος ανέβηκε και ποιος κατέβηκε. Αυτοί που θαυμάζαμε, σήμερα είναι στις φυλακές κι αυτοί που βγαίνουν, γίνοντ’ αύριο αυτοί οι Άλλοι που κυνηγάμε να τους μοιάσουμε μή τυχόν και δε διπλασιάσουμε τις σκατόφατσες.

Ακμές και παρακμές όμως είναι κύκλοι στην ουσία. Όλα κύκλοι δεν έγιναν; Έτσι κι αλλιώς, απ’ ένα σημείο κι έπειτα, ακονίζεις τα ίδια όπλα μ’ αυτά που σ’ έσπρωξαν να φτιάξεις μια πορεία, έτσι, για να χαϊδεύεις την Αρχή απ’ όπου στόχευσες το Τέλος σου. Όχι ότι δε το πέτυχες κι εσύ, μπορεί να το πέτυχες και δυο και τρεις φορές… Ίσως κι αμέτρητες, ώσπου η ίδια σου η στροφορμή σου ζάλισε και σου μαγάρισε τους κύκλους.

Standard
Echo, Sociàl

Βήχας

Είναι Οκτώβρης πια, η μέρα μίκρυνε, μα κανείς δεν ομολογεί πως μεγάλωσε κι η νύχτα. Οι περισσότεροι σταμάτησαν σιγά-σιγά να κοιμούνται τα μεσημέρια. Άρχισαν να μαγειρεύουν, να νοικιάζουν ξανά τις ίδιες ταινίες που κάποτε κατάφεραν να τους θυμίσουν αυτό που φρόντισαν να ξεχάσουν νωρίς. Άρχισαν να συνηθίζουν την απάντηση Καλά στο φευγαλέο Τι κάνεις• έμαθαν να μη το πνίγουν, να το κάνουν να μοιάζει μ’ αλήθεια που καταπίνεται εύκολα.

Η πόλη σου μαθαίνει να σκας. Να θες να σκίσεις τα μάτια και τα ρούχα σου και ν’ απαντάς για πάντα πως είσαι …μια χαρά. Να θες να πεις ..μου λείπεις.. και αντ’ αυτού να μαστορεύεις αηδίες μη τυχόν και το δείξεις. Να θες να καβαλήσεις έν’ άλλο σώμα σαν ζώο, να δαγκώσεις έναν σβέρκο, να φιλήσεις πρώτα το χέρι και μετά τα χείλη μπροστά σου, ύστερα να τα δαγκώσεις λίγο κι αυτά προτού συνεχίσεις γλυκά, κι αντ’ αυτού να κρατιέσαι. Να κρύβεις τη καύλα σου στα τζην παντελόνια, στα σταυροπόδια και σ’ άσχημες ξενέρωτες σκέψεις, σαν voice over σε τσόντα.  Σου μαθαίνουν, η πόλη, οι άλλοι, οι φίλοι, τ’ αδέρφια, πως αν τύχει κι ανοίξεις τα μέσα σου κι αφήσεις να χυθούν στα πόδια τους οι σκέψεις σου, θα γίνουν βάλτος να τους πνίξει κι αυτούς και τα χρέη τους και τ’ αστεία τους. Οπότε σκάς. Σκας, και φεύγεις.

Ανακαλύπτεις κάπου πως θεωρείς τους περισσότερους χαζούς, βλαμμένους, ζώα. Και καταλήγεις να μιλάς κι εσύ σα ζώο, σαν βλαμμένος, σαν χαζός, μόνο και μόνο για να ‘χεις παρέα ζώα, βλαμμένους και χαζούς. Θα λες ακατάπαυστα αηδίες προς σχολιασμό, θα συναναστρέφεσαι και θα πίνεις τις ίδιες αηδίες, αλλά …μαζί. Τουλάχιστον, μαζί. Τα στην υγειά μας, κάνουν την αηδία υποφερτή κάπου στο τέλος. Την κάνουν να γλιστρά στον λαιμό σου, να μη σκίζει όσο έσκιζε τα τοιχώματα του οισοφάγου σου όσο τις καταπίνεις αμάσητες.

Θ’ αναρωτιέσαι αν είναι η μαζική κατάθλιψη που τονίζει τόσο την παρουσία αυτής της κοσμικής στασιμότητας ή αν ειν’ ο κομφορμισμός, αυτή η καταραμένη τάση του ανθρώπου να συμβιβάζεται μ’ ότι έχει, μ’ ότι του ΄φτυσαν στη μούρη για σημάδια να χαϊδεύει. Γιατί ‘ν’ τα μόνα που ‘χει τώρα. Και κάπου εκεί θα σκάσει μια γκλοπιά απ’ το πουθενά στον ώμο σου στην βρώμικη Σταδίου, ενόσω τρέχεις μέσα στην κάπνα που τσακίζει περισσότερο τον νου σου παρά τα ήδη γαμημένα πνευμόνια σου.

Αυτοί εδώ οι ναοί προστατεύονται απ’ ασπίδες οπλοφόρων που σκύβουν να δουν πόσο αργά πεθαίνεις, ποιες κινήσεις διαλέγεις να κάνεις ενόσω εκπνέεις για τελευταία φορά στους δρόμους που περπατούν ταυτόχρονα τα λιγοστά ψευτοερωτευμένα ζευγάρια και τα χιλιάδες βρώμικα μέτωπα. Οι ίδιοι αυτοί ναοί είναι χτισμένοι μ’ εκατοντάδες άχρηστες σφαίρες χωμένες σ’ όπλα κλειδωμένα σε ζώνες, χτισμένοι μ’ άσπρα κράνη και μαύρες άστοχες μπογιές, χτισμένοι μ’ όλες τις χαρτούρες που σου πετάν’ κάτ’ απ’ την πόρτα ενόσω κοιμάσαι. Υπόσχομαι πως αν μια μέρα ξεχάσω ποιος είμαι, θα ψάξω στους απλήρωτους λογαριασμούς να δω τ’ όνομά μου, τον αριθμό που μου αντιστοιχεί, την διεύθυνσή και την κάθε μου υποχρέωση.

Standard
Echo, Sociàl

Εντροπία

Έχεις φτάσει στο σημείο να πασχίζεις να κρατήσεις τις εικόνες σου, μη τυχόν και ξεφτύσουν κι αυτές και εγκλωβιστείς στ’ ατελείωτο σήμερα χωρίς μιαν ιστορία, χωρίς κάτι να κοιτάζεις πίσω. Μπροστά και τώρα… δεν φαίνεται να ‘χουν και κάποιο νόημα. Το κάθε “φέτος” ξεκινά κάπου την πρώτη Κυριακή του χειμώνα, τότε που κλείνεις τα καλοκαίρια σε φωτογραφίες παρατημένες στο βάθος ενός συρταριού, δίπλα σ’ απλήρωτους λογαριασμούς, σκόνες και ξεχασμένα φιλτράκια. Το κάθε φέτος, σε σπρώχνει ολοένα και περισσότερο στο να αποδεχθείς την σπειροειδή σου πορεία, τον κύκλο, το τέλμα. To δέκα χρόνια, τίποτα. 

Θ’ αρχίσεις να ξεκινάς για τα ραντεβού σου 1-2 ώρες πιο πριν μόνο και μόνο για να περιμένεις κάπου έξω χωρίς λόγο. Έξω απ’ το σπίτι κι ας είναι και στη Λεωφόρο Καβάλας, κοντά στις πουτάνες και τους λεχρίτες του Μεταξοργείου. Γιατί… πού αλλού να πας και να κάνεις τί; Θ’ αρχίσεις να ψάχνεις με μανία μουσικές να σου πειράξουν λίγο τ’ αφτιά μιας και δε στα πειράζει και κάνας άλλος, θα καθαρίζεις το σπίτι σου, θα οργανώνεις τ’ ανοργάνωτα, θα φεύγεις τα σαββατοκύριακα αν τυχαίνει να ‘χεις μαζεμένο και κάνα φράγκο, να πιεις τσιγάρα κάπου μακριά να φας τις ώρες σου προτού σ’ τις φαν’ οι σκέψεις σου.

– Τι κάνεις εσύ, θα σε ρωτήσουν στο μαγαζί που πας τις Κυριακές να βρεις να παίξεις κάνα σκάκι.

– Ανταπεξέρχομαι…, θ’ απαντήσεις κάνοντας να πιεις τον καφέ σου, μη τυχόν και σε ρωτήσουν τίποτ’ άλλο κι ανοίξει κάνας χείμαρρος.

Στο τέρμα του λιμανιού του Πειραιά, εκεί κοντά στον φάρο, έχει πάντα 3-4 ανθρώπους, οι περισσότεροι – χωρίς παρέα – κάθονται στα σίδερα που δένουν τους κάβους τους τα καράβια που ξέμειναν στη πόλη. Δεν έχει πουθενά διπλή θέση εκεί, όλοι, μαζί, μόνοι. Έχει μόνο ήχους από σκουριασμένα καταστρώματα, μια – δυο φωνές πεινασμένων γλάρων και μαρσαρίσματα μηχανών μερικών Δελτάδων που περνούν ίσα – ίσα για να καπνίσεις το τσιγάρο σου στη ζούλα.

Πιο πέρα, πίσω από δυο παρατημένες καρότσες φορτηγών, στα σκοτάδια κοντά στον φάρο, είναι παρκαρισμένο ένα ταξί. Μέσα πηδιούνται. Που και που, περνά κι ένα φιατάκι με δυο κοπέλες, η μία μαθαίνει στην άλλη να οδηγεί. Πέρα – δώθε με πρώτη, με τ’ αμάξι να μουγκρίζει για βοήθεια. Όταν απομακρύνεται κι αυτό κι ο ήχος της κουρασμένης μηχανής του, ακούς τα βογκητά απ’ το ταξί να συγχρονίζονται με τις αναρτήσεις του. Ο κόσμος προχωρά σκέφτεσαι, κάπου στην τέταρτη – πέμπτη τζούρα. Λίγο πριν το σβήσεις, υπολογίζεις ποια εκδρομή μπορεί να σε κάνει λίγο να ξεχαστείς. Έγιναν κι οι εκδρομές φάρμακα, φευγιό για το φευγιό. Ας είναι καλά που σου βγάζουν τις δυο επόμενες βδομάδες μες τα σκατά της πόλης, στις συζητήσεις για κώλους, για Μέρκελ, για έρωτες κι αστεία.

Μετρώντας καράβια, θα δεις πως φεύγουν πάντα περισσότερα απ’ όσα μπαίνουν στο λιμάνι. Όσο επιτρέπει η απόσταση, παρατηρείς τις φάτσες εκείνων που σαλπάρουν Φθινοπωριάτικα. Αυτούς που κάθονται στα καταστρώματα και κοιτάζουν τον Πειραιά να χάνεται, ή κι εσένα τον ίδιο καθισμένο στον φάρο με μια μπύρα στο χέρι. Να σε καταπίνει κι εσένα ο Πειραιάς πίσω τους, χωμένο στα τσιμέντα, στα σπασμένα πεζοδρόμια, τ’ ακριβοπληρωμένα ήθη και τα ξεχασμένα χρέη. Κρεμάνε τα χέρια στα κάγκελα και κοιτάζουν το νερό που σκίζει η πλώρη, λες κι εκεί σχηματίζονται όλοι οι λόγοι που τους έκαναν να φύγουν. Σκέφτεσαι τους φίλους σου, ένας στη Πολωνία, άλλος στην Ολλανδία, άλλος στον ΟΑΕΔ. Έρχετ’ αύριο κι η Χρύσα για δυο μέρες προτού φύγει κι αυτή για έξω. Άλλη μια χαιρετούρα, άλλες τόσες ευχές να δώσεις. Κανείς δε φεύγει για δουλειά πάντως, όλοι γιατί βαριούνται φεύγουν. Για να βρουν ένα μέρος να ξαναβαρεθούν απ’ την αρχή. Για ένα Σαββατοκύριακο που θα κρατήσει 2-3 χρόνια, ώσπου να βρεθούν στο λιμάνι του Νέλντβεϊκ, ή σε κάποιο προάστιο του Λοτζ ή της Ουτρέχτης.

Την άλλη μέρα, πέφτει το μάτι σου σ’ αυτό. Όλη η ουσία των ημερών σου, των χρόνων που πέρασαν, των δέκα χρόνων τίποτα, σε πλήρη ταύτιση μ’ έναν άγνωστο.

– Καλά ρε, κατάθλιψη έχεις;

– Γιατί, όλοι δεν έχουμε;

Standard
Echo

Βολάδες

Έχουμε σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να κοιτάζεις επίμονα τον Ήλιο και να δακρύζεις με τις ίριδες που καίγονται. Κάτι μεταξύ μαζοχισμού κι ερωτισμού. Έχουμε ξεχάσει πώς είναι να βρίσκεσαι μέσα στο σώμα σου την ώρα που μιλάς. Εντός. Να μη ξεφεύγει η σκέψη σου μακριά απ’ το τραπέζι και τις ρακές στα ποτηράκια του, απ’ το στόμα κάποιου που τολμά να μιλήσει για να πει κάτι που γνωρίζει πως κανένα ενδιαφέρον δεν έχει. Μικροί πηδούσαμε από κτίριο σε κτίριο, κλέβαμε με τα ποδήλατα στο νησί τα σήματα των αυτοκινήτων και λέγαμε ψέμματα στους μπάτσους που έκαναν περιπολίες σ’ όλη τη Μπελαγκράτσια να βρουν τα κωλόπαιδα. Ούτε αίσθηση κινδύνου, ούτε τρόμος, ούτε μέλλον, ούτε πίσω. Όλα συνέβαιναν τώρα. Την ώρα που συνέβαιναν.

Εκείνο το μεσημέρι αποφασίσαμε γι’ Αγκαθωπές. Πάντα με τα πόδια για ‘κει, ποτέ με τα ποδήλατα. Μεγάλη παραλία, 4-5 χιλιόμετρα απ’ το σπίτι της γιαγιάς κι ένα μισάωρο δρόμος αν πήγαινες απ’ το παλιό στερεμένο ποτάμι κι αν τολμούσες να περάσεις απ’ την αυλή του κυρ ‘Σώβρακου’ – ένα φθηνό παρατσούκλι για τον ημίγυμνο τρελό που ‘χε το κτήμα του χωμένο μέσα στις καλαμιές και τις μπουκαμβίλιες μας. Εκείνο το μεσημέρι λοιπόν, για να βάλουμε τον Καραμολέγκο το πλουσιόπαιδο στην κλίκα, σαν τεστ, τον στείλαμε να φέρει ό, τι  θα έβρισκε εύκαιρο στην αυλή του τρελού. Τον έπιασε λοιπόν στα πράσα μ’ ένα καφάσι ροδάκινα στο χέρι και τον πήρε στο κυνήγι ως το ποτάμι με το σώβρακο. Έτσι και το παρατσούκλι. Ο Σώβρακος. Κι η κλίκα μετρούσε τέσσερις μετά απ’ αυτό.

Μέχρι να φτάσουμε Αγκαθωπές εκείνο το καταμεσήμερο, το χέρι μου είχε τουμπανιάσει απ’ το τσίμπημα του μπάμπουρα που κρατούσα στη χούφτα μου σ’ όλη τη διαδρομή. Είχε ένα δέος να σε θαυμάζουν που βασανίζεις μια τεράστια μαύρη μέλισσα – κάπως έτσι ήταν πάντα βλέπεις οι αντροπαρέες… – να το κουνάς πέρα δώθε φυλακισμένο μες στον ιδρώτα της παλάμης σου και να τ’ ακούς να κράζει ψάχνοντας να φύγει κάπου ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα σου προς τις καλαμιές. Ούτε που σκεφτήκαμε βέβαια να γυρίσουμε να μου χώσουν καμιά κορτιζόνη ή κάνα αντιϊσταμινικό, ήμασταν βουρ για το στρατόπεδο πίσω απ’ τις Αγκαθωπές. Μικροί τότε, φοβόμασταν – σκέψου – μη τυχόν μας δουν απ’ τις σκοπιές να περνάμε για την πίσω παραλία και μας ρίξουν στο ψαχνό… Κίνδυνος για τον κίνδυνο, 10-12 χρονών μυαλά βλέπεις…

Πίσω απ’ το στρατόπεδο είχε κρυμμένη μια νεκρή, λευκή παραλία, ένα κομμάτι δρόμου στρωμένου μ’ άμμο που ένωνε την Σύρο μ’ ένα ξερονήσι, τους Βολάδες, 100 μέτρα πιο πέρα. Στη μια πλευρά είχε πάντοτε κύμα και στην άλλη η θάλασσα ήταν λάδι. Όσοι βαρούσαν σκοπιές στο στρατόπεδο που ‘ταν σκαρφαλωμένο στα πλάγια, σίγουρα τον έπαιζαν τα βράδια με τα ζευγάρια που κρύβονταν τις νύχτες στην παραλία των Βολάδων. Είχε έναν μόνιμο θόρυβο εκεί πίσω απ’ τον σωλήνα του εργοστασίου που ξερνούσε πίσω στη θάλασσα τ’ αλάτι που μάζευε – ένας λευκός καταρράκτης αλμύρας που ‘κανε το νερό να σε κρατά στην επιφάνεια λες κι είσαι μόνο ένα ή δυο κιλά βαρύς.

Ένα βράδυ την κοπανήσαμε κρυφά απ’ τη Μπελαγκράτσια να πάμε παράνομα μέσα απ’ την αυλή του κυρ Σώβρακου στους Βολάδες• ν’ ανάψουμε μια φωτιά και να πιούμε τις πρώτες μας μπύρες. Τέσσερα αγόρια ήμασταν, ο Βλάχος, ο Δημήτρης, ο πλούσιος ο Καραμολέγκος, φρέσκος στη κλίκα, κι εγώ. Πιτσιρίκια τότε, πρώτη φορά ανάβαμε φωτιά, ούτε που ξέραμε πώς γίνεται. Εκείνο το βράδυ, δεν είχε κύμα ουτ’ απ’ τη μια, ουτ’ απ’ την άλλη. Παράλογη νύχτα, ούτε βοριάς, ούτε νοτιάς. Η παραλία δεν είχε όνομα, στρατόπεδο την λέγαμε εμείς και καταλαβαινόμασταν. Κι η θάλασσα, ειδικά τα βράδια που η απανεμιά έκανε τ’ αλάτι του εργοστασίου να κάτσει όλο μες στον όρμο, σ’ έκανε να σκέφτεσαι πως μπορείς να σηκωθείς και να περπατήσεις στην επιφάνεια της μέχρι τον Φοίνικα που φαινόταν απέναντι. Να πάρεις εκεί κάνα παγωτό και κάνα βεγγαλικό απ’ τον κυρ Θωμά και να γυρίσεις να δεις τους Βολάδες να τρίζουν απ’ τα πυροτεχνήματα όσο θα γιορτάζεις με την παρέα γύρω απ’ τη πρώτη σου φωτιά. Μάτι δε μας έβλεπε εκεί. Κανείς. Καν ένας.

Το χέρι ήταν για δεύτερη φορά τουμπανιασμένο, τον άλλον μπάμπουρα τον άφησα προτού καν περάσουμε το στρατόπεδο. Ήταν ξέρες εκεί, ουτ’ ένα δέντρο, που να τον άφηνα στις ερημιές; Ο προηγούμενος, ο μεσημεριανός με το πρώτο τσίμπημα δεν είχε αίσιο τέλος… Ρολόγια δεν είχαμε, κανείς μας, αλλά θα ‘χε πάει σίγουρα 3-4 η ώρα το βράδυ• ο Φοίνικας ήταν άδειος από κόσμο απέναντι, και το χωριό αυτό δεν στερεύει από οικογένειες αν δε κλείσουν τα μαγαζιά στη παραλιακή οδό που τον διασχίζει. Και κινητά… που κινητά τότε; Είχαμ’ όλοι μια ανησυχία μη τυχόν κι είχαν πάρει χαμπάρι τις κοπάνες στα σπίτια μας οι δικοί μας και δούμε ξαφνικά το τζιπάκι του πατέρα του Καραμολέγκου να ξεπηδά δίπλα απ’ το στρατόπεδο. Του τα ‘λεγε όλα του πατέρα του ο μαλάκας, γι’ αυτό και τον παιδέψαμε για να τον βάλουμε στη παρέα. Αν είχα ποτέ ένα πρώτο γλυκό μεθύσι, αυτό ήταν. Σίγουρα αυτό ήταν. Προτού να ξημερώσει, ξεπλύναμε κι οι τέσσερις τη μέθη μας στην αλμύρα της παραλίας, απ’ την Βόρεια πλευρά του στρατοπέδου πάντα, και περπατήσαμε γύρω-γύρω απ’ το βουνό, περνώντας από Κόμητο για τα σπίτια μας. Μέχρι να φτάσουμε Μπελαγκράτσια είχαμε ξυλιάσει με το βραδινό μπάνιο. Το δικό μου σπίτι ήταν τελευταίο στη σειρά, οπότε τους άφησα έναν έναν στα εξοχικά τους κι ύστερα περπάτησα μέσα απ’ τ’ αρχοντικά και τις βίλες στο σπίτι της γιαγιάς. Όλο το σόι, τον ύπνο του δικαίου, ησύχασα προτού καν φτάσω στην εξώπορτα αφού άκουσα τα ροχαλητά τους απ’ την δίπλα κιόλας αυλή της νοικάρισσας.

Του χρόνου, πάλι στο νησί… Κανένα καλοκαίρι χαμένο τότε, λες κι είχαμε ραντεβού με τα παιδιά. Πρώτα έβρισκα τον Βλάχο, κι εκείνος έπαιρνε στο σταθερό του Δημήτρη. Ο Καραμολέγκος μας έβρισκε μόνος του πάντα, κανείς μας δεν τον έψαχνε αυτόν. Πέρασαν 2-3 καλοκαίρια μέχρι να τον συμπαθήσουμε, ήταν το πλουσιόπαιδο – το πα; – κι από νωρίς, σαν να το ξέραμε κι εμείς, υπολογίζαμε πως θα ‘μαστε μπακούρια όταν με το καλό θα μεγαλώναμε. Οι καιροί είχαν αλλάξει, ούτε Βολάδες, ούτε Αγκαθωπές, ούτε στρατόπεδα, ούτε βεγγαλικά, ούτε μπύρες στα κρυφά με βραδινές κοπάνες. Εφέτος είχε ανοίξει ένα ξενοδοχείο στην Μπελαγκράτσια, το Ελεάνα απέναντι απ’ το Σούπερ Μάρκετ της γειτονιάς κι απ’ την εκκλησία των Καθολικών• έπαιρνες έναν χυμό κι άραζες στην πισίνα του που ‘χε κόσμο στις ηλικίες μας. Η παρέα είχε μεγαλώσει πολύ… Οι μισοί καθολικοί, έκαναν τον σταυρό τους με τέσσερα δάχτυλα λες και βάφονταν, σαν ινδιάνοι. Είχε και κοπέλες στην πισίνα του Ελεάνα, και τ’ αγόρια είχαν εξασκηθεί μ’ αμέτρητες μεσημεριανές μαλακίες όλον τον χρόνο για ν’ απομονώνονται φέτος στους Βολάδες χωρίς να βλέπουν ένα μπικίνι να κυλιέται στην άμμο. Ο Δημήτρης ήθελε τη Μαρία, αλβανίδα που μετανάστευσε στη Σύρο νωρίς. Ο Βλάχος ήταν χοντρός και δεν φάνηκε να προσπαθεί για κάποια. Ο Καραμολέγκος πάλι, κλειστό παιδί απ’ την αρχή, και να ‘θελε, κουβέντα δε θα ‘λεγε. Εγώ ήθελα τους Βολάδες. Ήθελα να βλέπω τ’ αλάτι να τρώει τα βράχια μέχρι να λιώσουν. Ήθελα να βλέπω ένα – ένα τα φώτα στον Φοίνικα να σβήνουν, να βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου, ενόσω οι άλλοι μιλούσαν για τους πούτσους και τις μεσημεριανές μαλακίες που βαρούσαν κρυφά, ποιο σπίτι θα σβήσει τα φώτα του τελευταίο. Ήθελα να μετράω τα τσιγάρα που καπνίζουν οι φαντάροι στις σκοπιές, σημειώνοντας τις καύτρες που πετάγονταν στην πλαγιά, να τρομάζω τα ζευγάρια που μου ‘κλεβαν τη θέση τις νύχτες που τρέχαμε ν’ ανάψουμε φωτιές και να παριστάνουμε ότι καπνίζουμε τα ξερόχορτα του λόφου, ήθελα να διαλέγω τη πλευρά που δεν είχε κύμα. Αλλά μας έφαγε η Ελεάνα. Μας έφαγαν τα χλώρια κι οι καλλίγραμμες Μαρίες. Πάνε κι οι παρέες, πάνε και τα πρώτα γλυκά μεθύσια και σαν ν’ άλλαξαν και κάπως οι Βολάδες.

Standard
Echo

Θάλαμος

Στο υπαίθριο parking  του Τελεφερίκ για το καζίνο της Πάρνηθας έχει να δεις μόνο παράνομα ζευγάρια και γερασμένους τζογαδόρους. Μόνο εκεί, οι κρυφοί έρωτες της πόλης που συμβιβάζονται με τσιμεντένια υπαίθρια παγκάκια αντί για κρεβάτια συναντιούνται με τους ηλικιωμένους που βρήκαν τον έρωτά τους στο εύκολο χρήμα, στα χαρτιά, στην ασχήμια τους που καθρεφτίζεται στα παγωμένα παράθυρα ενός θαλάμου του τελεφερίκ.

Μπορεί να βρεθείς σ’ έναν απ’ τους θαλάμους, μ’ έναν άντρα στ’ αριστερό σου χέρι να ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί εκείνης, αγγίζοντας με το ένα χέρι τη μέση και με τ’ άλλο τον μηρό της, και μ’ έναν ηλικιωμένο στο δεξί σου, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και με το νου καρφωμένο στην χαμένη του οικογένεια, στην εκατοστή δικαιολογία του παρασυρμού του. Ο Τζόγος κι ο έρωτας είναι δίνες● δίνες που μέσα τους αν βρεθείς θ’ αναγκαστείς να φτάσεις στο κέντρο μήπως και σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει.

Standard